Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Θα πρέπει να παραδεχτούμε πως μολονότι αυξάνουν σημαντικά στις μεταπολιτευτικές ποιητικές γενιές, οι ελυτικές επιδράσεις δεν αποκτούν ποτέ εντυπωσιακό όγκο στους κόλπους τους. Πιθανόν επειδή οι γενιές αυτές, αντί να συνεγείρονται από τη δυνατότητα της τέχνης για μια οντολογική υπέρβαση του παρόντος, είναι εκ νέου βυθισμένες στη ζώσα Ιστορία, ιδίως τα τελευταία χρόνια, αλλά και επειδή ο ατομικισμός, ο κυνισμός και η μυθολογική αποσάρθρωση του τελευταίου τέταρτου του 20ού αιώνα και του πρώτου τέταρτου του 21ου κατάφεραν να εμπνεύσουν μια εγγενώς αντιλυρική στάση, που μολονότι θα συμπεριλάβει στις παρακαταθήκες της ποικίλες εκδοχές και επαναπροσεγγίσεις του υπερρεαλισμού, δεν θα το αποπειραθεί μέσω του Ελύτη

Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του Οδυσσέα Ελύτη το ερώτημα ανεβαίνει περίπου αυτομάτως στα χείλη. Τι κληροδότησε ο ίδιος με το έργο και με τη στάση του έναντι του κόσμου στις νεότερες ποιητικές γενιές; Αν πρόκειται να μιλήσουμε για το φως και για ένα είδος μυστηριακής και μαγικής φύσης, που οδηγεί και σε μια μεταφυσική του ελληνισμού διαποτισμένη από υπερρεαλιστικές διαθέσεις, η υποδοχή του Ελύτη σε όλη την κλίμακα της μεταπολεμικής και της μεταπολιτευτικής ποίησης μοιάζει μάλλον περιορισμένη. Και αυτό επιπλέον που έχουμε συνηθίσει να προσγράφουμε στον Ελύτη ως λυρισμό έχει βρει μάλλον απρόθυμο ακροατήριο με κάποιες λιγοστές εξαιρέσεις από τη γενιά του 1970 συν ορισμένες θερμότερες και πυκνότερες ανταποκρίσεις μεταξύ των κατά πολύ νεότερων. Κι αν σκεφτούμε, πάλι στο πλαίσιο της συζήτησης για το φως, την επιμονή στη διαύγεια των εικόνων, με δεδομένο πως ο υπερρεαλισμός του Ελύτη δεν επιδίωξε ποτέ να υπερβεί τα εσκαμμένα, το νεότερο ποιητικό ακροατήριό του δεν ενθαρρύνει για άλλη μία φορά πυκνές συναθροίσεις.

Θα πρέπει να παραδεχτούμε πως μολονότι αυξάνουν σημαντικά στις μεταπολιτευτικές ποιητικές γενιές, οι ελυτικές επιδράσεις δεν αποκτούν ποτέ εντυπωσιακό όγκο στους κόλπους τους. Πιθανόν επειδή οι γενιές αυτές, αντί να συνεγείρονται από τη δυνατότητα της τέχνης για μια οντολογική υπέρβαση του παρόντος, είναι εκ νέου βυθισμένες στη ζώσα Ιστορία, ιδίως τα τελευταία χρόνια, αλλά και επειδή ο ατομικισμός, ο κυνισμός και η μυθολογική αποσάρθρωση του τελευταίου τέταρτου του 20ού αιώνα και του πρώτου τέταρτου του 21ου κατάφεραν να εμπνεύσουν μια εγγενώς αντιλυρική στάση, που μολονότι θα συμπεριλάβει στις παρακαταθήκες της ποικίλες εκδοχές και επαναπροσεγγίσεις του υπερρεαλισμού, δεν θα το αποπειραθεί μέσω του Ελύτη.

Γιατί, εντούτοις, τα λέω όλα αυτά; Θα έπρεπε τάχα να δημιουργήσει υποχρεωτικά σχολή ο Ελύτης και θα έπρεπε επιπροσθέτως να συνωστίζονται εκόντες άκοντες οι νεότεροι στην ποιητική του αυλή προκειμένου να προμηθευτούν υποδείξεις και διδάγματα; Εννοείται πως όχι. Στη λογοτεχνία ουδείς εκ των άνω κανόνας μπορεί να ισχύσει και τα πράγματα πάντα αυτορρυθμίζονται. Αξίζει νομίζω, παρ’ όλα αυτά, τον κόπο να τελειώσω με την υπόμνηση πως ένας ποιητής ο οποίος είναι ταυτισμένος στην κοινή συνείδηση με την περίσσεια των ερωτικών αισθημάτων και με την ελληνική του λαμπρότητα (το κοστούμι που δεν έχει πάψει μέχρι σήμερα να ράβει για τον Ελύτη η δημόσια πρόσληψή του), παραμένει μέχρι και τώρα δύστοκος ως προς την ενδοποιητική του διάχυση και οικειοποίηση. Κι αυτό γιατί οι λέξεις και οι παραστάσεις του, τα οπτικά και τα ηχητικά του σχήματα, αλλά και ολόκληρη η ποιητική του ανατρέπουν ευθύς εξαρχής την έξωθεν υποδοχή και αποδοχή του έργου του, ακόμα κι αν συνταιριάζοντας το απτό και το υλικό με το διαφεύγον και με το ονειρικό θα ανοίξουν χώρο για μια γλώσσα ικανή να ανασάνει βαθιά, να μεταμορφώσει και να μεταμορφωθεί, συγκροτώντας νέες πραγματικότητες. Το έργο του Ελύτη δεν έχει πάψει να κοιτάζει με προσήλωση στον εσωτερικό του καθρέφτη και να αντλεί από εκεί τη μοναδική και σπάνια αύρα του.

* Κριτικός λογοτεχνίας στο «Βήμα της Κυριακής»