Είναι μια μέρα του φθινοπώρου, σαν όλες τις άλλες. Ενα δροσερό αεράκι φυσάει απαλά, τόσο ώστε να καθαρίζει λίγο την ατμόσφαιρα της πόλης που πνίγεται, ως συνήθως, στο καυσαέριο. Ενα λοξό φως πέφτει πάνω στους τοίχους, στα δέντρα, στις πλάκες του πεζοδρομίου, σαν δυνατός προβολέας, τονίζοντας κάθε τόσο διαφορετικά σημεία, σαν να θέλει ο ήλιος να στρέψουμε εκεί την προσοχή μας. Η κίνηση στους κεντρικούς δρόμους έχει αρχίσει, το ίδιο και οι κάθε λογής θόρυβοι που πιστοποιούν το γεγονός ότι η πόλη έχει ξυπνήσει για τα καλά, μέσα στην πολύβουη καθημερινότητά της.
Περπατάμε και κάθε τόσο διασταυρωνόμαστε με άγνωστους ανθρώπους, με πρόσωπα που ίσως δεν θα τα ξανασυναντήσουμε ποτέ στη ζωή μας. Περνάμε ο ένας δίπλα στον άλλο, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, βαδίζοντας πάνω στις δικές μας προδιαγεγραμμένες διαδρομές, που όλες μαζί φαντάζουν με απέραντες ροές ζωντανών ποταμών που κυλούν μέσα στους δρόμους. Μεγάλα ποτάμια ή μικρά ρυάκια και τη θέση του νερού την έχουν πάρει οι άνθρωποι, τα δίκυκλα, τα αυτοκίνητα, τα λεωφορεία. Περπατάμε έχοντας διαρκώς την αίσθηση της αδιάκοπης θορυβώδους ροής των αυτοκινήτων που κυλάει γρήγορα δίπλα μας.
Κάθετες, οριζόντιες ή διαγώνιες κυκλοφορίες ανθρώπων και τροχοφόρων που κινούνται παράλληλα, διασταυρώνονται, ακολουθούν αντίστροφες πορείες. Ο δημόσιος χώρος της πόλης διαχωρίζεται και επιμερίζεται από τις ακατάπαυστες καθημερινές ροές σε μικρότερες επικράτειες. Ροές άλλοτε γρήγορες και συνεχείς κι άλλοτε αργές, διακοπτόμενες, ακινητοποιημένες.
Ροές πάνω στα πεζοδρόμια, στους δρόμους, στις λεωφόρους, αλλά και στο υπέδαφος. Οι γραμμές του μετρό, σαν άλλες φλέβες μέσα στο σώμα της γης, διασχίζουν υποδορίως τον αστικό ιστό, ανεξάρτητα απ’ αυτό που συμβαίνει στην επιφάνειά του. Μια κίνηση μέσα στο σκοτάδι, αλλά και μέσα στο παρελθόν της πόλης, στο παλίμψηστο των επάλληλων ιστορικών περιόδων της, δίπλα και κάτω από αρχαία θεμέλια, πηγάδια, υπόγεια υδραγωγεία. Διαδρομές αθέατες που δεν γίνονται αισθητές στο έδαφος της πόλης και μόνο ο θόρυβος που βγαίνει κάθε τόσο, σαν βρυχηθμός από τα εξαεριστικά φρέατα των υπόγειων σηράγγων, σε κάνει να αντιλαμβάνεσαι την κίνηση των συρμών κάτω από τα πόδια σου.
Βήματα πάνω σε βήματα, διαγράφουν αναρίθμητες πορείες, σαν να ’χουν χαραχτεί ανεξίτηλα πάνω στις πλάκες των πεζοδρομίων· ίχνη παλαιότερων, συγκαιρινών και μελλοντικών επαναλαμβανόμενων διαδρομών, το ένα να επικάθεται πάνω στο άλλο. Πάντοτε η ιστορία της πόλης χαρακτηριζόταν από ροές ανθρώπων, ζώων και τροχοφόρων κάθε είδους. Αυτό που άλλαζε όσο περνούσαν τα χρόνια ήταν η ταχύτητα με την οποία κινούνταν οι άνθρωποι, ανάλογα με το μεταφορικό μέσο που χρησιμοποιούσαν. Η πόλη χαρακτηρίζεται από διαρκείς πυκνώσεις, συγκεντρώσεις, συσσωρεύσεις, αλλά και από αραιώσεις, διασκορπίσεις, διαχωρισμένες ζώνες. Μια αέναη κίνηση διερχομένων που τη ζωογονεί και την κάνει να υπάρχει μέσα στον χώρο και τον χρόνο. Ο δημόσιος χώρος της είναι ο χώρος των ελεύθερων, ανεμπόδιστων κινήσεων, αλλά και ο χώρος των συλλογικών δράσεων και των κοινωνικών διεκδικήσεων.
Η πόλη δεν είναι ενιαία. Διαφοροποιείται έντονα από γειτονιά σε γειτονιά, θαρρείς και υπάρχουν πολλές πόλεις μέσα στην πόλη. Οχι τόσο σε σχέση με το χτισμένο περιβάλλον, αλλά κυρίως σε σχέση με τον κοινωνικό ιστό και την κατάσταση που επικρατεί στους δημόσιους χώρους. Οσο απομακρύνεσαι από το κέντρο, περπατώντας σε απόμερες, ξεχασμένες γειτονιές, τόσο αντικρίζεις υποβαθμισμένους δημόσιους χώρους, αφρόντιστους, παραμελημένους, αφημένους κυριολεκτικά στη μοίρα τους. Στενά πεζοδρόμια που ίσα ίσα χωράς να περάσεις, με σπασμένες πλάκες και καλύμματα φρεατίων, τρύπες κάθε είδους που αποτελούν παγίδες για κάποιον που περπατά εκεί αμέριμνος. Δέντρα δεν συναντάς, παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις που στέκουν αναιμικά, καχεκτικά, ψωραλέα, προσπαθώντας μάταια να επιβιώσουν στα ανήλιαγα στενά δρομάκια, στριμωγμένα ανάμεσα σε σταθμευμένα αυτοκίνητα. Ακόμη πιο δυσεύρετες είναι κάποιες μικρές εστίες πρασίνου σε μικρά άχτιστα πλατώματα, όσες διασώθηκαν από τη βουλιμία του real estate ή προστατεύτηκαν από τις κινητοποιήσεις των πολιτών.
Κάθε μέρα που ξημερώνει δεν είναι ίδια για όλους τους κατοίκους της πόλης. Οι ταξικές και κοινωνικές ανισότητες προβάλλονται με τον πιο παραστατικό τρόπο (και) στο χτισμένο περιβάλλον της πόλης. Στον τρόπο που διαβιούμε, αναπνέουμε, περπατάμε στους δρόμους.
Η Αθήνα, κοντολογίς, δεν είναι μόνο το κέντρο πέριξ του Συντάγματος που τόσο κοπτόταν να το αλλάξει ο προηγούμενος δήμαρχός της, μετατρέποντάς το σε τουριστικό φαντασμαγορικό αξιοθέατο, σε χώρο προβολής αποκλειστικά των τραπεζών, των ξενοδοχείων, των μεγάλων αλυσίδων ακριβών καταστημάτων.
Δεν είναι μόνο εκεί όπου βρίσκονται μονίμως στραμμένοι οι προβολείς της δημοσιότητας.
Η Αθήνα είναι και οι πυκνοκατοικημένες φτωχογειτονιές της, όπου κάθε μέρα οι κάτοικοί τους περιμένουν με αγωνία να φτάσουν για λίγες έστω στιγμές και στα δικά τους παράθυρα οι ζωογόνες ακτίνες του ήλιου. Εκεί κανένας «δημοτικός άρχων» δεν έσκυψε με προσοχή να αφουγκραστεί τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζουν στην καθημερινότητά τους οι πολίτες. Μήπως από αυτές τις υποβαθμισμένες γειτονιές θα έπρεπε να ξεκινήσει η αναβάθμιση της ποιότητας του δημόσιου χώρου της πόλης μας; Μήπως και εκεί οι κάτοικοί τους δικαιούνται να μπορούν να κάνουν ανεμπόδιστα και ξέγνοιαστα, σε ασφαλείς (έστω και «μικρούς») δενδροφυτεμένους πεζόδρομους τον δικό τους περίπατο; Να έχουν κι αυτοί ένα μικρό πάρκο, μια φροντισμένη πλατεία στη γειτονιά τους, όπου να μπορούν να συναντιούνται, να ξαποσταίνουν, να αναπνέουν λίγο οξυγόνο, μακριά από την ολοκληρωτική κυριαρχία των αυτοκινήτων και της ασφάλτου που έχει καλύψει σχεδόν κάθε σπιθαμή του φυσικού εδάφους.
* Αρχιτέκτων-ομότιμος καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ
