Ο ποιητής, συγγραφέας, εκδότης, ζωγράφος και ακατάβλητος πολιτικός ακτιβιστής Λόρενς Φερλινγκέτι πέθανε το βράδυ της Δευτέρας στο Σαν Φρανσίσκο, στα 101 χρόνια του. Ηταν ο άνθρωπος που εξέδωσε το «Ουρλιαχτό» του Αλεν Γκίνσμπεργκ, ο πνευματικός πατέρας του κινήματος «Beat» και στενός φίλος των Τζακ Κέρουακ, Γκρέγκορι Κόρσο και Μάικλ ΜακΛιούρ, αν και ο ίδιος δεν μοιραζόταν ως συγγραφέας το ελεύθερο ύφος τους.
«Μάλλον ήμουνα ο τελευταίος των Μποέμ, παρά ο πρώτος των Μπιτ», έλεγε. Αιτία θανάτου του, η διάμεση πνευμονία, όπως ανακοίνωσε η κόρη του. Τα τελευταία χρόνια, κατάκοιτος και σχεδόν τυφλός, δεν είχε σταματήσει να δουλεύει. Εβγαλε το τελευταίο βιβλίο του, ένα χαλαρά αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, στα 100ά του γενέθλια.
Και τι ζωή πέρασε αυτός ο γιος ενός Ιταλού μετανάστη, που πέθανε πριν από τη γέννησή του, και μιας Γαλλίδας, που κλείστηκε σε φρενοκομείο πριν ο γιος της γίνει δύο χρόνων; Δύσκολη, αλλά και με εκπληκτικές ευκαιρίες. Περιπετειώδης, αλλά και συμβατική. Μέσα στην τέχνη, αλλά και στην πολιτική. Με επαναστατικές ιδέες πάντα στο μυαλό του.
Τη μέρα που έκλεινε τα 100 χρόνια του δήλωσε στην «Γκάρντιαν» ότι ακόμα είχε την ελπίδα ότι θα γίνει επανάσταση, «αν και οι ΗΠΑ δεν είναι έτοιμες, θα χρειαστεί μια ολόκληρη γενιά, που δεν θα είναι αφιερωμένη στην αποθέωση του καπιταλισμού, μια γενιά που δεν θα είναι παγιδευμένη στο “εγώ”, “εγώ”, “εγώ”».
Ο ίδιος είχε επιλέξει ακριβώς το αντίθετο, κυρίως με το έργο της ζωής του, το μυθικό πια ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο του Λος Αντζελες «City Lights», το οποίο ίδρυσε το 1953 για να στηρίξει τις ποιητικές εκδόσεις τσέπης που τα μεγάλα βιβλιοπωλεία τις περιφρονούσαν, αλλά έγινε γρήγορα σύμβολο της νέας λογοτεχνίας, της στήριξης πρωτοπόρων φωνών, αλλά και της εναλλακτικής κοινότητας και αλληλεγγύης.
Ιστορικό τοπόσημο της πόλης του Λος Αντζελες εδώ και δεκαετίες, είχε πάντα τον ίδιο σαν πόλο έλξης βιβλιόφιλων και τουριστών. Χωρίς να χάσει ποτέ την αίγλη του, το «City Lights» έκλεισε στη διάρκεια της πανδημίας, ανακοίνωσε ότι μπορεί και να μην ξανανοίξει, αλλά ένα διαδικτυακό κάλεσμα για οικονομική ενίσχυση του απέφερε πάνω από 450 χιλιάδες δολάρια σε τέσσερις μέρες. Τώρα, έστω και με τον Φερλινγκέτι νεκρό, σχεδιάζει το μέλλον του.
Ο Λόρενς Φερλινγκέτι γεννήθηκε το 1919 στο Γιόνκερς της Νέας Υόρκης. Μετά τον χαμό των γονιών του, μια συγγενής του, η θεία Εμιλι, τον πήρε μαζί της στο Στρασβούργο, όπου έμαθε να μιλά γαλλικά πολύ πριν από τα αγγλικά. Οταν επέστρεψαν στις ΗΠΑ, ενώ η θεία του έψαχνε για δουλειά, πέρασε ένα διάστημα σε ορφανοτροφείο.
Η σωτηρία του ήρθε από το πλούσιο και καλλιεργημένο ζεύγος Μπίσλαντ, που προσέλαβε τη θεία του, κατάλαβε ότι ο μικρός Λόρενς είναι χαρισματικός και ανέλαβε την εκπαίδευσή του τόσο με το να τον αφήνει να καταβροχθίζει βιβλία στην τεράστια βιβλιοθήκη του όσο και στέλνοντάς τον σε ένα αυστηρό ιδιωτικό σχολείο για αγόρια, στη Μασαχουσέτη. Ο ίδιος, όμως, άρχιζε να έχει παραβατική συμπεριφορά (συνελήφθη να κλέβει από καταστήματα), να «αγριεύει», όπως είχε πει σε συνέντευξή του.
Πήρε πτυχίο δημοσιογραφίας από το Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας («έμαθα να γράφω μια φράση της προκοπής»), υπηρέτησε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στα υποβρύχια και συνέχισε τις σπουδές του στο Κολούμπια, αυτή τη φορά με μάστερ Αγγλικής Λογοτεχνίας. Ο δρόμος του τον έβγαλε στο Παρίσι, κέντρο της μεταπολεμικής προοδευτικής και ελεύθερης διανόησης, όπου έκανε κι ένα ντοκτορά Συγκριτικής Λογοτεχνίας στη Σορβόνη.
Το 1951 εγκαταστάθηκε στο Σαν Φρανσίσκο, μια πόλη που ερωτεύτηκε (και τον ερωτεύτηκε), ανήσυχη, μποέμ, αντισυστημική, γεμάτη πολιτικοποιημένους καλλιτέχνες. Εζησε μαζί τους, αλλά όχι με τον δικό τους τρόπο, ήταν και νεότερός τους και παντρεμένος με δύο παιδιά.
Το «City Lights» τού άλλαξε τη ζωή και τον έκανε και εκδότη. Το 1955 άρχισε να βγάζει βιβλία, ανάμεσά τους και την πρώτη του ποιητική συλλογή, «Εικόνες του κόσμου που έφυγε». Ηταν παρών και στην πρώτη δημόσια ανάγνωση του «Ουρλιαχτού» του Γκίνσμπεργκ στη «Six Gallery» και εντυπωσιάστηκε. «Χαιρετίζω το ξεκίνημα μιας μεγάλης καριέρας. Πότε θα πάρω το χειρόγραφο του “Ουρλιαχτού”;» του τηλεγράφησε την επόμενη μέρα.
Tο βιβλίο τυπώθηκε στην Αγγλία, αλλά όταν τα αντίτυπα έφτασαν στο Σαν Φρανσίσκο κατασχέθηκαν. Φερλινγκέτι και Γκίνσμπεργκ συνελήφθησαν το 1957 με την κατηγορία της «βωμολοχίας» και πέρασαν μια πολύμηνη δικαστική περιπέτεια, που οδήγησε, όμως, στην αθώωσή τους με μια απόφαση-σταθμό για την κατάργηση της λογοκρισίας και την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης. Οι δύο άντρες έγιναν παγκόσμιες διασημότητες, το «Ουρλιαχτό» ανάρπαστο, όπως και η επόμενη συλλογή του Φερλινγκέτι, «A Coney Island of the Mind», που πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα.
Συνέχισε να γράφει, με την ποίηση να είναι η μεγάλη αγάπη του, πιστεύοντας πάντα ότι είναι κατά βάση «τέχνη επαναστατική» και προκαλώντας συχνά με τα έργα του, όπως το ποίημα «Τentative Description of a Dinner to Promote the Impeachment of President Eisenhower».
Συμμετείχε ενεργά σε κάθε κοινωνική διαμαρτυρία στο Σαν Φρανσίσκο, αντιπολεμική ή για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Κέρδισε, όμως, και την αναγνώριση της ίδιας της πόλης, ειδικά όταν το 1978, που το Σαν Φρανσίσκο σπαρασσόταν από ταραχές για τη διπλή δολοφονία του γκέι πολιτικού και ακτιβιστή Χάρβεϊ Μιλκ αλλα και του φιλελεύθερου δήμαρχου Τζορτζ Μοσκόουν, το ποίημά του «An Elegy to Dispel Gloom», θεωρήθηκε ότι συνέβαλε στην επικράτηση της ψυχραιμίας. Ενας δρόμος του Σαν Φρανσίσκο φέρει το όνομά του και το 1998 ανακηρύχτηκε πρώτος Eπίσημος Ποιητής της πόλης.
