ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Βένα Γεωργακοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Εταιρεία Σκηνοθετών επιτίθεται στον Γιάννη Σακαρίδη

Πολλές ταινίες και ξεχειλωμένο ελληνικό διαγωνιστικό πρόγραμμα, που χάνει αναγκαστικά σε ποιότητα και κουράζει κοινό και κριτικούς αλλά, όμως, ικανοποιεί τους σκηνοθέτες; Ή, αντίθετα, μια αυστηρότερη, σφιχτότερη επιλογή ταινιών, που να καταλήγει σε ένα σύνολο αξιώσεων, ενδεικτικό της πολύ καλής θέσης που κατέχει αυτή τη στιγμή η ελληνική ταινία μικρού μήκους στο παγκόσμιο στερέωμα;

Είναι δύο διαφορετικές φιλοσοφίες γύρω από το Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας. Η πρώτη, η πιο large, επικρατούσε μέχρι πέρυσι, ήταν η γραμμή του αείμνηστου καλλιτεχνικού διευθυντή του θεσμού Αντώνη Παπαδόπουλου. Η δεύτερη, η πιο «μαζεμένη», είναι μέρος της νέας, ανανεωμένης ταυτότητας του θεσμού με την υπογραφή του νέου διευθυντή Γιάννη Σακαρίδη, την οποία, άλλωστε, εξαρχής είχε δηλώσει και στη διοίκηση του φεστιβάλ, η οποία και τον επέλεξε.

«Ολες οι ταινίες μικρού μήκους να παιχτούν στη Δράμα»

Ετσι, πριν από λίγες μέρες το 43ο Φεστιβάλ Δράμας ανακοίνωσε τις 34 ταινίες που προκρίθηκαν στο Εθνικό Διαγωνιστικό Πρόγραμμα, ανάμεσα στις 275 που είχαν κάνει αίτηση. Ο αριθμός είναι αισθητά μειωμένος σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια των 60 και 70 ταινιών, αλλά ο Γιάννης Σακαρίδης εξήγησε ότι το «σφιχτό και προσεχτικά επιλεγμένο πρόγραμμα» έχει και μια επιπλέον αιτιολογία: την πανδημία, που άλλωστε επέβαλε εντυπωσιακά μειωμένο αριθμό ταινιών ακόμα και στα μεγάλα φεστιβάλ, που –για την ώρα– φαίνεται ότι θα γίνουν, όπως της Βενετίας.

Οι ημερομηνίες της Δράμας (20-26 Σεπτεμβρίου), σύμφωνα και με την ανακοίνωση του φεστιβάλ, επιβάλλουν «ευελιξία» και «αφήνουν όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά: ακόμα και την προβολή του Διαγωνιστικού Προγράμματος στον νέο θερινό κινηματογράφο της πόλης». Αρα: λιγότερες διαθέσιμες ώρες προβολής, λιγότερες ταινίες.

Η Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών έχει, όμως, αντίθετη άποψη. Με ανακοίνωσή της δηλώνει «Κάτω τα χέρια από τους Νέους Δημιουργούς», καταγγέλλει τον «ελάχιστο αριθμό προκριθεισών ταινιών» και εκφράζει την απογοήτευσή της για τη νέα διεύθυνση, που αντί να κάνει «ένα οραματικό, ανοιχτό βήμα προς τα εμπρός, φάνηκε φειδωλή και κινήθηκε φοβισμένα».

Η ΕΕΣ πιστεύει ότι η πανδημία, που «έχει επηρεάσει αρνητικά όλα τα είδη της κινηματογραφικής παραγωγής», επιβάλλει άνοιγμα του Φεστιβάλ. «Σήμερα που οι νέοι κινηματογραφιστές ολοκληρώνουν και καταθέτουν με όλες τις οικονομικές δυσκολίες και με δικά τους κυρίως μέσα έναν μεγάλο αριθμό ετήσιας παραγωγής, κρίνουμε απαράδεκτη μια τόσο περιοριστική επιλογή», τονίζει. Και προτείνει ένα ανοιχτό Πανόραμα για την αξιοποίηση του συνόλου των ταινιών.

Η παραπάνω σύγκρουση δεν είναι καθόλου καινούργια. Εχει ταλαιπωρήσει στο παρελθόν και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, μέχρι να πάρει τον νέο, διεθνή του δρόμο. Για ακόμα μια φορά, δηλαδή, από τη μια πλευρά βρίσκεται ένα φεστιβάλ, που πρέπει να υπολογίζει, ανάμεσα σε όλα τα άλλα, το κύρος και την ποιότητά του· και από την άλλη, ένα σωματείο, που από τη φύση του υπερασπίζεται το ελληνικό σινεμά ως σώμα, απαιτώντας να έχει το μεγαλύτερο βάρος σε μια διεθνή οργάνωση – διότι 275 ελληνικές ταινίες κανείς δεν μπορεί να πει ότι είναι λίγες.

Το Φεστιβάλ του Κλερμόν Φεράν, οι «Κάνες» των ταινιών μικρού μήκους, όπως μας επισημαίνει ο Γιάννης Σακαρίδης, για το Γαλλικό του Τμήμα δέχτηκε φέτος 2.000 αιτήσεις και επέλεξε 54!