ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ταλαντούχος ηθοποιός με κωμική στόφα, μα και καθηλωτικός στο δράμα, χαρακτηριστική φυσιογνωμία -μακριά μαλλιά, εκφραστικά μάτια-, ψαγμένος και ανήσυχος άνθρωπος, ο Τάκης Σπυριδάκης που έφυγε από τη ζωή νωρίς, στα 61 χρόνια του, έπειτα από μάχη με τον καρκίνο, κατάφερε να γράψει τη δική του ιστορία, μόνο με δύο ταινίες: «Γλυκιά Συμμορία», σε σκηνοθεσία του Νίκου Νικολαΐδη -τιμήθηκε με το βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1983- και «Λούφα και παραλλαγή» του Νίκου Περάκη το 1984. Συγκλονιστική όμως ήταν και η τελευταία ερμηνεία του στο θέατρο, στο έργο του Γιάννη Τσίρου «Αγριος σπόρος», στη σκηνή του Επί Κολωνώ, σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη.

Ασφαλώς, το δυναμικό come back του Τάκη Σπυριδάκη με τις διαφημίσεις του «Αγαπούλα», που έγινε σλόγκαν, ανανέωσε τη σχέση του με το κοινό, ωστόσο χαρακτηριστικοί ήταν οι ρόλοι του στις ταινίες «Αυτή η νύχτα μένει» (Νίκος Παναγιωτόπουλος, 1999), «Μαύρο γάλα» (Νίκος Τριανταφυλλίδης, 1999), «Κανείς δεν χάνει σε όλα» (Διονύσης Γρηγοράτος, 2000), «Φτηνά τσιγάρα» (Ρένος Χαραλαμπίδης, 2000), «Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου» (Νίκος Παναγιωτόπουλος, 2002), «Λούφα και παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο» (Νίκος Περάκης, 2005), «4 μαύρα κοστούμια» (Ρένος Χαραλαμπίδης, 2009) κ.ά.

Κι όμως, η σκηνοθεσία και το σενάριο ήταν οι μεγάλες του αγάπες. Με το σκηνοθετικό του ντεμπούτο το 1989, την ταινία μικρού μήκους «Βέρα Κρουζ», απέσπασε το 1ο βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, τιμήθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού και βραβεύτηκε από το Εθνικό Κέντρο Ταινιών της Γαλλίας. Στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης πάλι, το 1994, απέσπασε επτά βραβεία με την ταινία «Ο κήπος του Θεού».

Γεννημένος στην Αίγινα στις 4 Φεβρουαρίου 1958, στα 12 του ήρθε στον Πειραιά, όπου φοίτησε σε νυχτερινό Γυμνάσιο και δούλευε παράλληλα για να ζήσει, και αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. «Κάποια στιγμή, στα 17-18 κατέληξα ότι προς αυτή την κατεύθυνση ήθελα να πάω, δηλαδή της υποκριτικής -της σκηνοθεσίας περισσότερο-, αλλά δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα», είχε εξομολογηθεί στη Lifo (Μ. Hulot, 18/10/2017).

«Εκανα μια έρευνα αγοράς και είδα ότι οι σχολές που υπάρχουν για να υποστηρίξουν κάτι τέτοιο δεν με ευχαριστούσαν κι έτσι αποφάσισα να δώσω στη δραματική σχολή με στόχο, όποτε νιώσω έτοιμος, να κάνω την ταινία που ήθελα. Καμιά φορά τα φέρνει η ζωή έτσι, που άλλα ονειρεύεσαι κι άλλα σου προκύπτουν στον δρόμο. Δεν το σκέφτηκα, δεν γεννήθηκα ούτε πάνω στο σανίδι ούτε μέσα σε ένα κουτί φιλμ, μέσα από διάφορες συνθέσεις και αναιρέσεις κατάλαβα ότι αυτό με ενδιαφέρει και κάπου έπρεπε να κινηθώ. Εδωσα, λοιπόν, εξετάσεις σε πολλές δραματικές σχολές και πέρασα σε όλες, αλλά προτίμησα το Εθνικό για λόγους οικονομικούς».

Στην ίδια συνέντευξη τόνιζε ότι θεωρούσε πολύ σημαντική τη φιλία. «Για τη φιλία έχω κάνει ολόκληρη ταινία, τον «Κήπο του Θεού», ένα έργο που με γέμισε βραβεία και χρέη. Είναι μια ταινία πάνω στον ανθρώπινο πόνο, στο τι ανθρώπινο μπορούμε να βρούμε σκαλίζοντας στα σκουπίδια. Κακώς «διαβάστηκε» στην εποχή της από κάποιους ανθρώπους ως μια αντιεξουσιαστική ταινία, δεν ήταν. Πολλές φορές ο κινηματογράφος και το θέατρο σου «κολλάνε» πράγματα που δεν είσαι, απλώς τα έκανες. Στη «Γλυκιά συμμορία» με είχαν χαρακτηρίσει ροκά, πράγμα που δεν ίσχυε, όχι γιατί το ροκ δεν με συγκίνησε, αλλά επειδή πάντα γούσταρα την τζαζ. Το μόνο που δέχομαι από αυτόν τον ρόλο είναι ότι ήμουν «καλός», το υπόλοιπο δεν έχει σχέση με τη ζωή μου».

Οσο για την επιτυχία: «Ολοι τη θέλουν την επιτυχία κι αυτοί που λένε ‘‘κάνω κάτι για μένα κι ας μην το δει κανένας’’ λένε ψέματα. Η τέχνη για μένα είναι μια κραυγή που όταν τη βγάζω βρίσκονται μαζί μου και κάποιοι άλλοι που ταυτίζονται. Και όσο περισσότεροι είναι τόσο το καλύτερο».

■ Η κηδεία του Τ. Σπυριδάκη θα γίνει σήμερα το πρωί σε στενό οικογενειακό κύκλο. «Η οικογένεια σας παρακαλεί να σεβαστείτε την κατάσταση, την θλίψη και το πένθος μας και να παρευρεθούν μόνο τα άτομα που επιθυμούμε».