Τι να πει κανείς γι’ αυτόν τον ιδιοφυή φαύνο της μουσικής, της ποίησης και του θεάτρου. Αστείρευτος αλλά και, όπως οι περισσότεροι μεγάλοι δημιουργοί, αντιφατικός – αυτό δα έλειπε, να μην είναι μέσα σε τόσο έργο, σε τέτοια δημιουργία, σε αυτήν την παρδαλή και ακόμη ζωντανή χώρα με τους ατελείωτους εμφύλιους [που διαρκούν ακόμη]. Με την υπέροχη θρασύτητα και τόλμη της νιότης, που όταν ξανοίγεται στη ζωή θεωρεί ότι θα αλλάξει τον κόσμο, ο Σαββόπουλος ανακάλυψε ή έφερε στην επιφάνεια το δαιμόνιο που σε όλους κατοικεί, αλλά που πρέπει ο καθένας να αναμετρηθεί μαζί του, να κάνει το πνεύμα ύλη και στη συνέχεια την ύλη πνεύμα. Ζόρικη προσπάθεια, ειδικά για όσους αποφασίσουν να τα βάλουν μαζί του ή να συμφιλιωθούν με αυτό το δ α ι μ ό ν ι ο ν, το φλέγον και βασανιστικό [και απαστράπτον].
Αυτός ο ιδιαίτερος και ξεχωριστός δημιουργός κουβάλησε τη χώρα, στο τέλος του 20ού αιώνα, αλλά και στις αρχές του 21ου, στην ιδιόμορφη πλάτη του, στα τραγούδια του, στη σκέψη του, ένας από εμάς αλλά και λοξίας στη συνοδοιπορία μας. Λίγοι είναι οι δημιουργοί που αντέχουν αυτό το κουβάλημα ή που είναι ικανοί για κάτι τέτοιο. Μερικά τραγούδια του είναι αριστουργήματα, βοήθησαν πιθανώς πολύ κόσμο να ανακαλύψει ο καθείς τι τον τρώει στα σωθικά του, τι διάβολο συμβαίνει με τις κοινότητες των Ελλήνων. Ο Σαββόπουλος και τις ύμνησε των Ελλήνων τις κοινότητες αλλά και δεν δίστασε να επιφέρει σκληρά πλήγματα σε αυτές, να τις κατακρίνει, πάντα όμως μέσα από μια γιορτινή ατμόσφαιρα, από μια αγαπησιάρικη διάθεση. Βοηθήθηκε ο ίδιος σε αυτό ζώντας σε μία μοναδική στιγμή πολιτισμικής έκρηξης και αναγέννησης της χώρας [δεκαετία του 1960], που όμως ανακόπηκε τόσο βίαια και χυδαία από τη χούντα. Τα επισήμανε σχεδόν όλα που συνέβαιναν –και μας κατέτρωγαν– στη χώρα· τα είδε με τη δική του, στην αρχή ενθουσιαστική, στη συνέχεια πιο ώριμη, ματιά.
Ηταν ένας σπάνιος δημιουργός, δεν γνωρίζω πώς ήταν ως άνθρωπος. Η επίθεση που δέχτηκε όταν «αλλαξοπίστησε» δεν ήταν αυτή που έπρεπε, σοβαρή εννοείται, με γενναιότητα και υψηλές θερμοκρασίες της τέχνης. Δεν διαφωνώ με τη σκληρή κριτική που δέχτηκε, οφείλουμε όμως να θυμόμαστε τη ρήση του Νίτσε ότι οι πεποιθήσεις [εν προκειμένω οι αριστερές] είναι οι μεγαλύτεροι εχθροί της αλήθειας. Οποιος καταφέρνει να αποτινάξει τις πεποιθήσεις του τόσο πιο κοντά έρχεται στην αλήθεια ή τέλος πάντων σε μια καλύτερη επαφή με την πραγματικότητα, που μας δέρνει. Ενοχλεί αφόρητα, δυστυχώς, εκείνος που τολμά να αμφισβητήσει τις πεποιθήσεις μας.
Παραμένει το δίλημμα: ο δημιουργός ως άνθρωπος ή ως το έργο του; Οι σύγχρονοι του δημιουργού απαντούμε, συνήθως, σύμφωνα με τις πεποιθήσεις μας· δεν μπορείς να παραβλέψεις τα ολισθήματα και τις τραγικές αντιφάσεις του δημιουργού, έλα όμως που η Ιστορία άλλα δέχεται και συγκρατεί, ήγουν το έργο. Δεν ξέρουμε τι σόι άνθρωπος ήταν ο Ευριπίδης π.χ., διαβάζουμε όμως με θαυμασμό –και δέος!– τις τραγωδίες του· «ήθος ανθρώπω δαίμων», βεβαίως, έλεγε ο Ηράκλειτος.
