Μάλλον έπεσε βαρύ το «όχι» στην ελληνική κυβέρνηση και φαίνεται αδύναμη όχι μόνο να το κουβαλήσει στη φαρέτρα της, αλλά ούτε καν να το αφήσει να λειτουργήσει (τοξευτεί) από μόνο του. Αρνήθηκε την πρόταση των εταίρων (όλοι τού «όχι» την απαρνηθήκαμε) αλλά μετά το ξανασκεφτήκαμε. Καλή είναι τελικά εάν κατορθώσουμε να την ενδυναμώσουμε με κάποια διευθέτηση του χρέους και μια χρηματοδότηση όχι για να αποπληρώσουμε τα δάνεια αλλά να προχωρήσουμε -με ό,τι περισσέψει- σε μια αναπτυξούλα. Επίσης μια πρόταση που να μπορεί να μετακυλίεται το βάρος της φορολόγησης από τους αδύνατους και φτωχούς στους πλούσιους και τους φοροδιαφεύγοντες.
Δεν λέω, καλό ακούγεται κάτι τέτοιο· μένει να το δούμε υπογεγραμμένο. Μήπως, όμως, συμβαίνει κάτι άλλο που μάς διαφεύγει; Μήπως αλλού κρύβεται η αλήθεια των διαπραγματεύσεων; Πάντα μού άρεσε να χρησιμοποιώ τη ρήση του στοχαστικού Δημόκριτου: ετεή δ’ ουδέν ίδμεν· εν βυθώ γαρ η αλήθεια (στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε τίποτα, διότι η αλήθεια κρύβεται στο βάθος). Αυτό αφορά και τους φτωχούς θνητούς και τους φτωχούς πολίτες (αδαείς, ανενημέρωτους, παραπληροφορούμενους…).
Το «όχι» δεν παύει να είναι μια από τις μεγάλες νίκες της δημοκρατίας ακριβώς διότι κυνηγήθηκε και λοιδορήθηκε και κατασυκοφαντήθηκε από εκείνους που αποδεδειγμένα έχουν βιάσει το δημοκρατικό πολίτευμα. Είναι ένα μακραίωνο «όχι», ανατατικό, αντιστασιακό, ουρανόμηκες, διεγερτικό και μεταρσιωτικό. Ψιλά γράμματα, θα μου πείτε, για τους ρεαλιστές και τους υπηρέτες του συστήματος, ναι, αλλά κάτι, επιτέλους, πρέπει να γίνει με τη δημοσιογραφία και τον ξεπεσμό της, την κατάντια των λαμπρών (αρκετών) εκπροσώπων της που την οδηγούν ανενδοίαστα, χωρίς ενοχές σε αβύσσους.
Η σύγχυση δεν λέει να φύγει από τον χώρο της επικοινωνίας· ευτυχώς δεν μπαίνω στο διαδίκτυο όπου, όπως με πληροφορούν, γίνεται μία κόλαση μίσους και αλληλοκατηγοριών. Η εμπάθεια οφείλει να μεταλλαγεί σε προβληματισμό και αναζήτηση της αλήθειας, την οποία πολλοί κρύβουν. Η αλήθεια είναι ότι δεν πρέπει να προσμένουμε αληθινά πράγματα από τις εκπομπές λόγου (ο Θεός να τις κάνει), ούτε να προσδοκάμε συνάντησή μας με αληθινά λόγια στρατηγικής και πολιτικής· τα νήματα φαίνεται να τα κινούν αφανείς επιτήδειοι (αλλά ας μη φιλιώσουμε περαιτέρω με θεωρίες συνωμοσίας, μυστικισμούς και δεν συμμαζεύεται).
Εκείνο που ο κόσμος φαίνεται να θέλει, αφού διατήρησε την αξιοπρέπειά του και δεν την ποδοπάτησαν οι εκφραστές, ξένοι και ντόπιοι, του παλαιού πολιτικού συστήματος, είναι μια επάνοδος στη (θλιβερή) πραγματικότητα. (Οι λέξεις περιέχουν ειρωνεία, αυτοσαρκασμό, πικρό χιούμορ, μη τις υποτιμούμε όταν τις αραδιάζουμε στο λευκό χαρτί, στην κενή οθόνη).
Εδιζησάμην ἐμεωυτόν έλεγε ο Ηράκλειτος, έψαξα, αναζήτησα τον εαυτό μου· αυτό νομίζω οφείλουμε να κάνουμε άπαντες, νέοι και γέροι. Οι προπαγανδιστές δημοσιογράφοι, που τόσο εξευτελίστηκαν, καιρός να μαζέψουν τη γλωσσίτσα τους και να διοχετεύουν γύρω τους τη χολή τους για να μη δηλητηριαστούν. Ισως επέλθει έτσι κάποια επικοινωνιακή Ανοιξη, κάποια ελπίδα ότι δεν έχουν χαθεί εντελώς ο λόγος, ο διάλογος, το αυτεξούσιον των πολιτών.
