Προτού το είδος μας σταθεί όρθιο η αίσθηση που τον καθοδηγούσε ήταν η όσφρηση περισσότερο και λιγότερο η όραση η οποία έγινε η πιο πιστή έκτοτε βοηθός μας -και η ακοή βεβαίως. Παρατηρείται μες στην πανδημία μια απίσχνανση των αισθήσεων -λίγες οι προσλαμβάνουσες έτσι κι αλλιώς. Βλέπουμε τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού, τον φούρναρη και τους υπαλλήλους των σούπερ μάρκετ· το πολύ. Ακούμε μόνο αυτούς που [παρα]ληρούν στην τηλεόραση. Οσμές δεν υπάρχουν, παρά την έκρηξη της άνοιξης. Η γεύση σμπαραλιάστηκε διότι έχει καταστεί δύσκολη η κατάποση -με τι όρεξη να απολαύσεις την τροφή; Οσο για την αφή -την πιο κρίσιμη ίσως αίσθηση- δεν κυκλοφορεί στη συνάφεια.
Λοιπόν δεν κάνει κανείς προκοπή με αποδυναμωμένες τις αισθήσεις του, χάνει την προσωπικότητά του και αδιαφορεί για την εξέλιξη της ζωής, γίνεται έρμαιο της εκδήλωσής της. Μπορεί να ακούγεται ακραίο, αλλά ίσως θα ήταν καλύτερα αν η κοινωνία αντιμετώπιζε μόνη της την πανδημία· τα χάνει με τόσες αντιφατικές συμβουλές και συστάσεις που ακούει από τους ειδικούς και τους κυβερνητικούς. Με ημιθανείς τις πέντε αισθήσεις του περιφέρεται σαν ζόμπι, χωρίς χαρά, χωρίς κουράγιο, χωρίς ελπίδα να [ξανα]βρει τη ζωή που του στέρησαν ο καπιταλισμός και οι οπαδοί του, η συντριπτική πλειοψηφία δηλαδή της ανθρωπότητας.
Ο άνθρωπος δεν φαίνεται να αντέχει πολύ χωρίς τις αισθήσεις του όταν αυτές υπολειτουργούν -το δέρμα από μόνο του δεν φαίνεται επίσης ικανό να τις αναπληρώσει γιατί χωρίς τις αισθήσεις δεν ανατριχιάζει. Επίσης το αίμα δεν κυλάει με κανονικούς ρυθμούς κάτω απ’ αυτό [το δέρμα]. Και να που έμεινε το πνεύμα μόνο του να αμύνεται στην πανδημική επίθεση και στην πολιτειακή αμηχανία και ανικανότητα, η παιδεία του καθενός και ο χαρακτήρας του, η οικογενειακή και φιλική συνοχή.
Η μακρά διάρκεια της πανδημίας δεν έχει εξασθενίσει μόνο τις αισθήσεις αλλά έχει κατακρεουργήσει και τα σπλάχνα, αυτά που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στη στήριξη της σπονδυλικής στήλης -μακριά, μην πέσουμε πάλι στα τέσσερα. Η Ιστορία λέει ότι πάντα το είδος βρίσκει τρόπους να ανορθώνεται και να συνεχίζει [προς τα πού βέβαια, άγνωστο]. Το πνεύμα λοιπόν μόνο του δεν τα βγάζει πέρα εάν δεν μπορεί να συνομιλεί με το σώμα -ούτε ακόμη αυτό το Αγιο Πνεύμα, που και αυτό φαίνεται να μας έχει εγκαταλείψει τις δύσκολες τούτες ώρες. Η κιναισθησία έχει χαθεί και αυτό οφείλουμε να το επανεξετάσουμε όταν και εάν καταφέρουμε να ενδυναμώσουμε τις αισθήσεις μας.
Το θέμα είναι να επανεύρει ο καθείς τον εαυτό του [είναι αυτό δυνατό;], να αντισταθεί στην ισοπέδωση και στον αφανισμό των αισθήσεων, να θυμώσει, να μην απομακρυνθεί από την ομορφιά της γης και της κοινωνίας, όσο και αν αυτές έχουν εξοριστεί από την καθημερινότητα -λόγω, έστω, ανωτέρας βίας. Να αντλήσει, ακόμη, δύναμη από τους νεκρούς [του], να τους κουβαλάει μαζί του στην προσπάθειά του να μην τον μετατρέψουν σε τετράποδο -όσο αυτό είναι δυνατό. Λοιπόν πρέπει μάλλον να ξαναβρούμε τις αισθήσεις μας -και όχι μόνο τις πέντε…
