Συγκινήθηκε ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος αφότου έγινε γνωστό πως ένα ποίημά του επιλέχθηκε ως θέμα στις πανελλήνιες εξετάσεις. Κατανοητό, ίσως. Συλλογίστηκε κάποιος από τους επιλέξαντες τούτο το ποίημα, αναρωτήθηκε έστω, τι μπορούσαν να γράψουν τα παιδιά, πώς μπορούσαν να ερμηνεύσουν, να αναλύσουν το ποίημα; Τα άγουρα παιδιά των δεκαεπτά-δεκαοκτώ χρονώ, που, έτσι κι αλλιώς, διδάσκονται ελάχιστα πράγματα για την ποίηση στις βαθμίδες εκπαίδευσής τους;
Τι να καταλάβουν από τις εμπειρίες μιας μακράς ζωής του ποιητή, από τις πίκρες του, τα αδιέξοδά του, τις διαψεύσεις του, τις ταλαιπωρίες του, τις ελπίδες του, τους πολιτικούς του αγώνες, την υπαρξιακή του αγωνία, την αισιοδοξία ή απαισιοδοξία του, την προσπάθειά του να ψηλαφήσει την τραγικότητα της ζωής, όχι μόνο της δικής του; Είναι δυνατόν να καταλάβουν τα παιδιά αυτήν την ποίηση, άβγαλτα όντα και αμέτοχα κάθε ενασχόλησης με την ποίηση ως υψηλή τέχνη;
Ο συγγραφέας Θεόδωρος Γρηγοριάδης, ο έτερος συγγραφέας, πόνημα του οποίου με τίτλο «Το γιατρικό της αμόλυντης λογοτεχνίας» κλήθηκαν να αναπτύξουν οι μαθητές, δήλωσε ότι αυτό ήταν το μεγαλύτερο βραβείο γι’ αυτόν και απεφάνθη ότι «η ζωή είναι ένα αφήγημα». Και ίσως για τον ίδιο να είναι. Για τους μαθητές, που ακόμη δεν έχουν κάνει βήματα στη ζωή, τι είδους αφήγημα είναι; Τι να αφηγηθούν στα ελάχιστα χρόνια που έχουν διανύσει;
Το τρίτο θέμα, του, μακαρίτη πια, Κώστα Τσιρόπουλου, επί χρόνια εκδότη του περιοδικού «Ευθύνη», είχε τίτλο «Γράφειν». Κάτι σαν από την πόλη έρχομαι και στην κορφή… και λοιπά. Πόσοι μαθητές γνωρίζουν τι είναι ένα απαρέμφατο; Πόση χρήση κάνουμε των απαρεμφάτων οι νεοέλληνες; [Εξαιρούνται κάποιοι παλαβοί αρχαιοαδαείς, που, γελοιοτρόπως, θέλουν να δείξουν το αντίθετο, την αρχαιογνωσία τους, τάχα].
Εδώ που τα λέμε, η χρήση των απαρεμφάτων έχει γίνει της μόδας τελευταία, με κωμικά βεβαίως αποτελέσματα. Δεν λέω, μερικές φορές [αλλά εξαιρετικές] φαίνεται ιδανική η χρήση τους, κυρίως όταν αυτή η χρήση έχει σκωπτικό, χλευαστικό, ειρωνικό χαρακτήρα, ίσως κάποτε και ουσιαστικό -όπως και κάποιες δοτικές εξάλλου, ή μετοχές ή άλλοι γραμματικοί τύποι προηγούμενων εποχών, που εξακολουθεί η νέα ελληνική να τους αποδέχεται ασμένως.
Λοιπόν, τι να γράψουν τα παιδιά για τη γραφή -και τη συγγραφή- όταν έχουν σχεδόν ξεχάσει τι είναι τα μολύβια, όταν καλούνται να ερμηνεύσουν τις ρυτίδες του χρόνου ξένων προσώπων, ας είναι και οι καλύτεροι ανάμεσα στους Ελληνες δημιουργούς; Θεώρησαν μήπως οι ειδήμονες ότι με αυτά τα θέματα επαναφέρουν στην εκπαίδευση, ίσως και στην παιδεία, τη χαμένη αίγλη της λογοτεχνίας, την ανάγκη, δήθεν, να διαβάζουμε, διότι μας έχει πάρει και μας έχει σηκώσει; Είναι πιθανόν να είναι τόσο αφελείς, τόσο αμέτοχοι της πραγματικότητας -για να μην πούμε ότι είναι βέβαιο.
Σπεύδω να πω ότι σέβομαι τους Ελληνες δημιουργούς, είναι απαράδεκτη όμως η στάση όλων εκείνων που τάχα μεριμνούν για τη σωστή εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων, χρησιμοποιώντας μερικούς από τους δημιουργούς αυτούς, για να καλύψουν τα κενά της ελληνικής Παιδείας.
