Στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης όπου πρωτοπαίχτηκαν οι «Νταντάδες» του Γιώργου Σκούρτη [επιλογή του Κάρολου Κουν σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζάνη] θα μαζευτούν σήμερα Κυριακή στις 11 το βράδυ [ήταν η ώρα που ο συγγραφέας ξεκίναγε την καθημερινή βραδινή του έξοδο] γνωστοί, φίλοι και συνεργάτες του σε μια γιορτή μνήμης για την απώλειά του.
Θα προβληθούν στιγμιότυπα από συνεντεύξεις και έργα του, ενώ ηθοποιοί θα διαβάσουν αποσπάσματα από έργα του στα οποία έπαιξαν -από βίντεο θα ακουστεί ο Τάκης Χρυσικάκος.
Θα μιλήσουν για τη θεατρική και λογοτεχνική δημιουργία του οι Κώστας Γεωργουσόπουλος, Κώστας Καζάκος, Περικλής Κοροβέσης, Ρούλα Καρακατσάνη, Δημήτρης Παπαχρήστος, Κώστας Μεσσάρης, Κώστας Καζανάς, Χάρης Εμμανουήλ, Μαριάνα Κάλμπαρη, Μαρία Κατινάρη, Μηνάς Βιντιάδης, Γιώργος Κοτανίδης, Αριστείδης Μπαλτάς, Αλέξανδρος Ασωνίτης, Βασίλης Κατσικονούρης.
Την εκδήλωση διοργανώνουν το Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν και η σχολή σεμιναρίων Ανοιχτή Τέχνη. Ενας τέτοιος συγγραφέας έχει αφήσει το αποτύπωμα της γραφής του στα γράμματα, με την τολμηρή και οξεία ματιά του στην πραγματικότητα. Ηταν, πρωτίστως, ένας βιωματικός συγγραφέας και αυτό προσέδιδε ιδιαίτερη δύναμη και γοητεία στα γραπτά του -δεν δίστασε να συγκρουστεί με το κατεστημένο και ήταν τα τελευταία χρόνια αποτραβηγμένος, αλλά όχι αφοπλισμένος. Πολλά χειρόγραφα περιμένουν στα συρτάρια του.
Ξεχώρισε από νωρίς στα θεατρικά του έργα, αλλά ήταν και θαυμάσιος στιχουργός με αξέχαστες επιτυχίες καθώς και συνεπής συγγραφέας λογοτεχνικών ιστοριών με ελεύθερη και σκληρή γλώσσα. Φαινόταν σκληρός, αλλά δεν ήταν -πίσω του διακρινόταν μια τρυφερότητα για τον άνθρωπο, αλλά ο κόσμος ήταν σκληρός. Με το δοκίμιο δεν καταπιάστηκε, ίσως γιατί ο ίδιος ζούσε την κάθε στιγμή του με το σώμα του -έχει γράψει όμως ωραία ποιητικά κείμενα για τον έρωτα.
Η ειλικρίνειά του πολλές φορές τον οδηγούσε σε ξεροκεφαλιές, αλλά δεν του το γύριζες το κεφάλι έτσι και του καρφωνόταν κάτι στο μυαλό του. Ισως γι’ αυτό οι φίλοι του τον αγαπούσαν και ίσως σε αυτό οφείλεται η κάπως ασκητική ζωή του και οι καθημερινές επισκέψεις στο ημίφως των μπαρ της Αθήνας.
ΥΓ. Αντε να βρεις άκρη πώς, σε προηγούμενο σημείωμα, ο ευρών έγινε ευρέσας (!) -ο θεός κι η ψυχή του [μου, μάλλον].
