Εξακολουθούν οι Ελληνες να τσικνίζουν, παρά τα όσα δεινά έχουν εισβάλει στον έρμο τούτον τόπο από Εσπερία μεριά· κάνουν ακόμη του κεφαλιού τους ή ό,τι τους «προστάζει» η παράδοση, ακόμη και εάν δεν ξέρουμε τις απαρχές και το νόημα τούτης της παράδοσης – η αρχαία βακχεία έχει βαθύτερες πηγές.
Είναι αλήθεια ότι δεν χορταίνουμε σαν χτήνη ετούτη την ημέρα [για τη χθεσινή ο λόγος, την Τσικνοπέμπτη παρακαλώ], όπως μας έχει μάθει ο παρασιτικός καταναλωτισμός, απλώς συνεχίζουμε να υπακούμε σε ό,τι έκαναν οι πρόγονοι, ώστε και οι δικοί μας απόγονοι να μην απογοητευθούν από τις δυσκολίες της ζωής.
Περπατώντας από τα Κάτω Πατήσια έως τα Εξάρχεια, όπου, ως συνήθως, είναι το ραντεβού με τους συνδαιτυμόνες και τους συμπότες: σε αρκετά σημεία ο κόσμος, βοηθούσης, δεν λέω, της λιακάδας, είχε απλωθεί στα πεζοδρόμια και στις λίγες πλατείες που υπάρχουν και έπρατταν έτσι ώστε να πνίγει τον περαστικό η τσίκνα.
Εχει ενδιαφέρον ότι καλούσαν και τους περαστικούς να τους φιλέψουν ένα κοψίδι και να πιουν μαζί τους ένα ποτήρι κρασί η μια τσικουδιά, ό,τι διέθεταν τέλος πάντων. Αυτό είναι μια υγιής αντίδραση της κοινωνίας απέναντι στα μνημόνια και στην κατάθλιψη που αυτά έχουν επιφέρει, άσε που τα πρόσωπα ήσαν όλα γελαστά και σκορπιζόταν μια εύθυμη διάθεση σε όλη τη διαδρομή.
Αγνωστοι καλούσαν αγνώστους και γνωρίζονταν έστω για λίγες στιγμές· δεν είναι αμελητέες τέτοιες στιγμές μες στην αιωνιότητα της καθημερινότητας [εντάξει, μες στην καθημερινότητα της αιωνιότητας]. Δεν είδα να συμμετέχει όλη η γειτονιά αλλά οι παρέες είχαν την τιμητική τους, ημεδαπές αλλά και αλλοδαπές. Οπως ήταν επόμενο, έφτασα μισοζαλισμένος στον τόπο συνάντησης με τους φίλους.
Λιγότερα τα τσικνίσματα στα Εξάρχεια εφέτος, αλλά τα όσα «μοσχοβολούσαν» έτερπαν την όσφρηση και γλύκαιναν τη διάθεση, εκάλλυναν την ατμόσφαιρα. Χαμόγελα στα πρόσωπα των φίλων [εννοώ, χαμογελούσαν και τα σώματά τους – και αυτό είναι δυνατόν να συμβεί όταν η επικοινωνία είναι ειλικρινής]. Δεν θέλει και περισσότερα ο άνθρωπος για να νιώσει καλύτερα· αρκούν οι συσπάσεις του προσώπου και του κορμιού ώστε να επέλθει κάποια μεταρσίωση και κάποια «υψότης».
Είναι ζείδωρες οι μέρες γιορτής, αλλά δεν είναι κουλτούρα της καθημερινότητας [και είναι φυσιολογικό αυτό – δεν μπορείς να είσαι συνέχεια μες στην καλή χαρά· είναι και η οικονομία ανασταλτικόν!]. Επίσης πρέπει να είναι κανείς οιονεί μυημένος στη γιορταστική ατμόσφαιρα και ανοιχτός στις προ(σ)κλήσεις του αναπάντεχου και των ωραίων συναισθημάτων.
Αμα βλέπεις την τσίκνα στη μία μεριά του δρόμου και συ πας από την άλλη για να μην εμπλακείς ή γιατί σε ενοχλεί η «βαρβαρότης» του εθίμου, καλά κάνεις και είσαι στραβόξυλο [γιατί τι άλλο μπορείς να είσαι;]. Δεν χωράει κριτική στα ήθη και έθιμα· ή τα αποδέχεσαι ή κλείνεσαι στον εαυτό σου και την υπεροψία σου. Τι να κάνουμε; Υπάρχει, όμως, παθητική αλλά και δημιουργική παράδοση, αρκεί να έχουμε μάτια [και καρδιά!] να τις δούμε και να επιλέξουμε. Δύσκολο, δεν λέω, αλλά… όχι και τόσο δύσκολο, μην υπερβάλλουμε.
Ιδια ατμόσφαιρα [εύθυμη] και στην εφημερίδα. Και του χρόνου.
