Αναγνώστρια, ανήσυχη και ευαίσθητη, μου στέλνει δύο μικρά κείμενα του Τάσου Πορφύρη για τους δύο αυτούς μήνες του φθινοπώρου. Ας τα απολαύσουμε: Σεπτέμβριος-Σεπτέμβρης-Τρυγητής ή Βοηδρομιών (15/9 -15/10). «Ξανθά και μαύρα δάκρυα κρεμασμένα στα κλήματα, να σπιθίζουν στον ήλιο· χαλάλι το σκάψιμο, το κλάδεμα, το βλαστολόγημα, το ράντισμα -με την παλιά χάλκινη μηχανή πλάτης- από στουμπισμένη γαλαζόπετρα.
Μέρες τρύγου με κόσμο πολύ -θέρος, τρύγος, πόλεμος -μούστος για μουσταλευριά και σιουμπέκια [καρύδια καθαρισμένα, αρμαθιασμένα και μουστωμένα], πετιμέζι για τηγανίτες, κρασί για βάλσαμο, ρακί για την καρδιά και μεταβγαλμένη για βεντούζες. Κράνα ζιούλες [ώριμα γκόρτσια, άγρια αχλάδια], για φάγωμα, ποτό και μαρμελάδα. Μαύρα βατόμουρα για ποτό κι όταν βράζουν για μαρμελάδα αχνίζει το σπίτι κι οι αρκούδες ανοίγουν τα ρουθούνια τους τρελαμένες. Χελιδόνια στα σύρματα του τηλέγραφου έτοιμα για αποδημία -μελαγχολικές νότες στο πεντάγραμμο του αποχωρισμού».
Οκτώβρης-Οχτώβρης, Αϊ Δημήτρης-Πυανεψιών (15/10-15/11). «Μάζεμα καλαμποκιού. Ξενύχτια για τον ξέφλο και κρέμασμα στις γρέντες για να στεγνώσουν. Κι ύστερα ξεσπύρισμα το ’να με τ’ άλλο ή χτύπημα πάνω σε πλατιά σανίδα με το στιλιάρι, το τσόλισμα [τίναγμα]. Μάζεμα του καρπού κι άδειασμα στ’ αμπάρια. Φρέσκια, ζεστή μπομπότα με τυρί φέτα κι αρέντα για το χοροστάσι· ψυχόπιασμα.
Μήλα κι αχλάδια -τα χειμωνάπιδα- στο σεντούκι, σειρά κι άχυρο σειρά κι άχυρο. Μύγδαλα και κάχτες [καρύδια χωρίς τσόφλι] στο πατάρι και σούρβα περασμένη σε κλωστή, κρεμασμένα απ’ το νταβάνι όπως και πλεξίδες από κρεμμύδια και σκόρδα. Και μεγάλες κίτρινες κολοκύθες για πίτες και μπατσαριές, στο πάτερο που κρατούσαν όλο το χειμώνα. -Κι αγκαλιές χρυσάνθεμα τα σύνορα της καλοκαιρίας;».
Πόσες θαυμάσιες λέξεις ξεχασμένες έχουν υποκύψει στις νέες ανάγκες της εξέλιξης. Πόσα συναισθήματα γεννούν για όσους θυμούνται κάτι από εκείνες τις εποχές. Πόση τρυφερότητα και πόση ζεστασιά στη συνύπαρξη. Και πόσες ξεχασμένες γεύσεις -γήινες, «αμόλυντες». Τέρψης εγκώμιο. Αχνισμα του σπιτιού -ευωδιές, αμβροσίες. Ποιος θυμάται τη μουσταλευριά; Ποιος την μπομπότα; Οι αρκούδες δεν τρελαίνονται πια από τις ελκυστικές μυρωδιές, μήτε οι κολοκύθες κρέμονται στα πάτερα. Ποιος γνωρίζει τα χειμωνάπιδα, τα γκόρτσια [αλλού γκόριτσα], τι είναι οι μπατσαριές, τα σούρβα, οι γρέντες και τα πάτερα;
Λυπάται κανείς για όλον αυτό τον χαμένο γλωσσικό και κοινωνικό κόσμο, για τις εικόνες που φέρνουν στον νου τα μικρά αυτά κείμενα, του στοχασμού και της κοινότητας απότοκα, της λιτότητας και της εμπιστοσύνης. «Πετιμέζι για τηγανίτες», «κρασί για βάλσαμο», «ρακί για την καρδιά». Κάθε τι, το παραμικρό είχε τον αποδέκτη του, τον «σκοπό» του, την «αποστολή» του· το έλασσον το έκαναν μείζον.
Τώρα σκουπίδια και όλεθρος -ευτυχώς τα τελευταία χρόνια τα νοικοκυριά επανανακαλύπτουν τις λιτές, πολύτιμες τροφές, που κάποτε τις σνόμπαρε ο ανόητος αστισμός μας [όσπρια, χόρτα, βολβούς, πίτες διάφορες, ρίζες…]. Αλλά ο καταναλωτισμός έχει μπει βαθιά μέσα μας και δύσκολα τον αποβάλλει κανείς, όσο γενναίος κι αν φανεί απέναντι στην ισοπέδωση. Ποια βατόμουρα για μαρμελάδα και ποια μουστωμένα καρύδια -πάνε όλα αυτά. Να, όμως, μερικοί [τυχεροί] τα γεύονται όταν επισκέπτονται μερακλήδες [ελάχιστους, αλλά υπάρχουν!], που επιμένουν να διασώζουν τον πολιτισμό της μνήμης και της γεύσης -την κοινότητα με άλλα λόγια.
Ευνόητες προς την ευγενική αναγνώστρια οι ευχαριστίες.
