Ολο εκπλήξεις είναι το χωριό. Σιγά μη δεν ήταν, ας είναι και ορεινό και απόμερο, ας μην του δίνει κανείς την παραμικρή σημασία. Καθόμαστε στο καφενείο. Η θερμοκρασία είναι σχεδόν μείον δώδεκα βαθμούς από αυτήν της χώρας.
Οι άλλοι πνίγονται από τον καύσωνα και τα κουνούπια και εμείς αναπαυόμαστε στη θαλπωρή της δροσιάς -τι να λέμε.
Και να -ποιος να το περίμενε: οι καμπάνες του χωριού ηχούν δαιμονισμένα. Ωχ, λέμε, όσοι είμαστε στο καφενείο -και στα σπίτια. Κάποιος πέθανε, φωτιά μεγάλη μας καταπλάκωσε. Τα ποτήρια πέφτουν από τα χέρια μας. Αλληλοκοιταζόμαστε σαν ηλίθιοι. Η καρδιά έχει παγώσει. Με τον ήχο της καμπάνας ανακοινώνονταν τα σπουδαία και σοβαρά εθνικά θέματα, στο δεύτερο τουλάχιστον μισό του εικοστού αιώνα.
Ευτυχώς, η Γεωργία [η ιδιοκτήτρια του καφενείου] ξέρει! Μας πληροφορεί [μας ενημερώνει] ότι ο ήχος της καμπάνας σημαίνει τον ερχομό στο χωριό του ταχυδρόμου που μοιράζει τις συντάξεις στους πονεμένους αγρότες.
Για να δούμε. Ενας υπάλληλος του κράτους κυκλοφορεί [απροστάτευτος] στα χωριά της ορεινής Κορινθίας και μοιράζει τις συντάξεις με χαρτονομίσματα. Ουδείς νοιάζεται εάν αυτός ο άνθρωπος κινδυνεύει να αφανιστεί από προσώπου γης, εξαιτίας εξαιρετικών «ληστών».
Στο συγκείμενο: Γέροντες και γερόντισσες καταφθάνουν στο καφενείο [εκεί που γίνονται όλα]. Χαμόγελα και καθαρά πρόσωπα. Οι κόποι μιας ζωής. Η Ελλάδα που υποφέρει και αρκείται στην πενιχρή σύνταξη. Ο υπάλληλος μοιράζει τα ποσά που αντιστοιχούν στη σύνταξη του καθενός.
Ε, ρε κατακαημένη χώρα με την αριστερή σου (δια)κυβέρνηση. Ιδού η αμεσότης και ιδού ο κοινοτισμός στα φόρτε του. Τι το περάσαμε εδώ; Να ταλαιπωρούμε τους αιώνιους εργάτες της γης στέλνοντάς τους στις τράπεζες; Εμείς είμαστε αριστεροί, παρακαλώ, και θέλουμε τη συμμετοχή όλων στην [ανα]διανομή του κρατικού εισοδήματος. Δεν παίζουμε [εμείς η αριστερή κυβέρνηση].
«Μας τρομάρισες, βρε άνθρωπε», λέμε στον ταχυδρόμο που καταφτάνει στο καφενείο με πλατύ [χαζό] χαμόγελο.
Ούτε μπαίνει καν στον κόπο να μας καθησυχάσει. Ολα επιτρέπονται, μας λέει με φυσική αναπνοή. Κι εμείς [οι αφελείς, οι άδολοι], που χάσαμε την ανεπνευστίαση για λίγες, άδοξες, στιγμές. Καλά να πάθουμε, αφού συνδέσαμε τον ήχο της καμπάνας με το πένθος και όχι με τη χαρά της ζωής.
Γελάει ο ταχυδρόμος· ευτυχώς το γέλιο του είναι μεταδοτικό. Οι συνταξιούχοι παίρνουν τ’ απάνω τους. Αρχίζουν να κερνάνε [όχι όλοι, αλλά δεν πειράζει]. «Καλοφάγωτη η σύνταξη», λέμε οι «ασύντακτοι». Ποιος μας ακούει; Ούτε αυτό πειράζει.
Βρε τους καημένους τους πολιτικούς. Τι σκαμπάζουν από τα προβλήματα της ελληνικής περιφέρειας; Αστοχη η ερώτηση. Δεν ξέρουν τι σημαίνει καν ελληνική επαρχία· ούτε αυτοί ούτε όσοι τους υποστηρίζουν [ακόμη]. Μόνο επί χάρτου μπορούν να ομιλούν όλοι δαύτοι. Μόνον τουριστικά [και ανεπάγγελτα].
Θα περάσει καιρός για τον εγκλιματισμό στον αστικό [γελοίο] χώρο. Ολοι οι αστοί είναι αστείοι [είμαστε]. Λοιπόν, εδώ: τα σύκα, τα καρύδια και το οξύ κρασί. Τι να κάνουμε;
Ν’ αντιστρέψουμε τη ροή των γεγονότων, δεν μπορούμε. Μπορούμε όμως να γελάμε και να χορεύουμε. Αμ πώς;
