Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Λίμνες και φεγγάρια μες στα μάτια των κοριτσιών, ποταμοί και θάλασσες – η ομορφιά τρυπάει τρυφερά τα βλέμματα, η αμηχανία εξαφανίζεται και γίνεται δροσερή αύρα, το σύμπαν υποκλίνεται στις στιγμές και γίνεται μέρος τους· πάει στον αγύριστο η «ανευρία» και αγαλλιάζουν τα κόκαλα των αρχαίων Κυνικών, όσο αδυσώπητη κι αν είναι η πραγματικότητα που τυραννά το ανθρώπινο είδος.

Ο κόσμος όλος μια «τρεμίζουσα» παρέα, ένας ανελέητος πόλεμος των βαθιών κυττάρων της αγάπης και της αιμάσσουσας ηδονής της ύπαρξης. Εχει δικαίωμα κάθε γονιός να τραυλίζει από χαρά και να μην ακούει τι γίνεται γύρω του, διότι είναι κατακλυσμένος από πρωτόγονες και ελεύθερες μουσικές· αδιαφορεί για τη «σπουδαιότητα» των ρεαλιστικών σημείων της καθημερινότητας και αφήνεται να παρασύρεται ήσυχα από τον κλυδωνισμό των κυμάτων του συνειδητού αλλά και του ασυνείδητου, της τραγωδίας και του μεγαλείου της ανάσας των έμβιων όντων.

Το γέλιο και το χάδι μόνοι συμπαραστάτες του γονιού, που πάσχει. Και όχι μόνο – είναι και το φως, τα χρώματα και οι φωνές των αστεριών, η σφαίρα του αλλότριου και του ενθάδε, η ουρανομήκης κραυγή του ανοίκειου και του επιστητού. Ο χρόνος σμικρύνεται και μεγεθύνεται ταυτόχρονα – το «πώς», ο θεός κι η ψυχή του, έτσι κι αλλιώς ανθρώπινο διανόημα είναι. (Αντιφών: νόημα ή μέτρον τον χρόνον, ουχ υπόστασιν, ήγουν: επινόηση ή μέτρο είναι ο χρόνος, όχι οντότητα). Και όπως έλεγε ο σοφός και οξυνούστατος Δημόκριτος, καλύτερα να ελέγχεις τα δικά σου σφάλματα παρά τα ξένα: κρείσσον τα οικήια αμαρτήματα ελέγχειν ή τα οθνεία.

Ετσι κι αλλιώς «απλούς ο μύθος της αληθείας έφυ» (ο λόγος της αλήθειας είναι απλός), οπότε εάν κάποιος θέλει να είναι σοφός και να μη γίνεται γελοίος στα παιδιά του πρέπει να είναι «ήσυχος καιρώ» (την κρίσιμη στιγμή να μένει ήρεμος), όπως φρονούσε ο τραγικός παππούς Ευριπίδης, εδώ και χιλιάδες χρόνια. Μετά, το ταξίδι από το ένα βλέμμα στο άλλο συνεχίζεται απρόσκοπτα και δημοκρατικά – εκεί παίζονται όλα: στον μεγάλο διάπλου ανάμεσα στις ματιές (και την ταραχή των εντοσθίων και ακόμη βαθύτερων, άγνωστων «υλικών»).

Η ζωή ξεχειλίζει όταν η ομορφιά είναι δίπλα σου και σε θωπεύει με τέσσερις μεγάλους οφθαλμούς – με δύο πρόσωπα οικεία και αμόλυντα από την κακία του κόσμου και των συντηρητικών κύκλων. Αυτοί οι οφθαλμοί εκδιώκουν τα σκοτάδια της περιφρόνησης και αναδεικνύουν την ανεξαρτησία του αίματος, όσο κι αν ο γεννήτωρ επαίρεται για τη γενετική «ιστορικότητα» του αίματος.

Δεν χορταίνεις να αντιμετωπίζεις την καθαρότητα και τη βαθύτητα τούτων των ματιών κι ας νιώθεις οιονεί ένοχος για τη μέσα λύπη τους, που, όμως, είναι φανερή – τι διάολο μπαμπάς θα ήσουν αν δεν την έβλεπες… Χείμαρροι πληρότητας σου κόβουν την ανάσα, αλλά εσύ εκεί, στο ύψος σου, ταπεινός αλλά όχι καταφρονεμένος, τουλάχιστον αυτό βλέπεις – και αυτό είναι η ευτυχία σου. Αγία νεότης, αλλά και αγία «κουφότης» – η επικράτεια της απλότητας· το αίμα και το ύδωρ της ζωής ρέουν στα πρόσωπα των κοριτσιών – κάπως έτσι δικαιολογείται η όποια αδαημοσύνη των μπαμπάδων…