Πώς το έλασσον γίνεται μείζον; Πιο ακριβοδίκαια: πώς το μη, έστω, έλασσον γίνεται θεόρατο; Δύο τινά: αφ’ ενός η κυβέρνηση χρησιμοποιεί το νομοσχέδιο για την ταυτότητα φύλου αντιπερισπαστικά και αφ’ ετέρου η μείζων αντιπολίτευση (αλλά και κομμάτι της ελάσσονος, για διαφορετικούς το κάθε κόμμα λόγους) επιδεικνύει έναν σχεδόν γελοίο αρνητισμό που δεν συνάδει με τους φιλελεύθερους τάχα προσανατολισμούς της και βάζει έτσι βούτυρο στο ψωμί της πρώτης.
Βεβαίως και ήταν μια νίκη της δημοκρατίας η υπερψήφιση του νομοσχεδίου, όχι όμως και ιστορική -ήταν κάτι που όφειλε να γίνει και εάν εξέλιπαν η Εκκλησία, οι συντηρητικοί φιλελεύθεροι, διάφοροι κεντροαριστεροί, οι κομμουνιστές και οι ναζιστές δεν θα έπαιρνε το θέμα τόσο μεγάλες διαστάσεις. Δεν ήταν δα και καμιά επανάσταση όπως θέλησαν να το παρουσιάσουν οι κυβερνητικοί παράγοντες και λοιποί αβανταδόροι τους, που έχουν λυσσάξει να λένε ότι ευτυχώς που κυβερνάει η Αριστερά και άλλα παρεμφερή, ιλαρά τα περισσότερα.
Ηταν κάτι που έπρεπε να γίνει, ηθικό και έντιμο απέναντι σε όσους βιώνουν το πρόβλημα της ταυτότητας φύλου. Εύγε σε όσους το ψήφισαν. Δεν άλλαξε όμως η εικόνα της χώρας, δεν αντιστράφηκε το ασφυκτικό οικονομικό κλίμα για τους Ελληνες πολίτες -άλλο το ένα και άλλο το άλλο…
Στα δύσκολα τη θέλουμε την αριστερή κυβέρνηση, σε νομοσχέδια λ.χ., που θα καταθέσει για την οικονομική ανακούφιση της ελληνικής κοινωνίας· θα το τολμήσει; Και εάν ναι, θα καταφέρει να το περάσει; Ολα τα άλλα είναι για εσωτερική κατανάλωση και ανταλλαγή εξυπνακισμών, αλλά και γνήσιων ανοησιών, ένθεν κακείθεν.
Το να κάνεις την τρίχα τριχιά δεν περιποιεί τιμή σε συνετούς και δημοκρατικούς πολίτες και σε εχέφρονες ψηφοφόρους – τους αδικεί κάτι τέτοιο και, όσοι τα πράττουν, απλώς βγάζουν σε δημόσια θέα την αγωνιώδη τους προσπάθεια να στρέψουν αλλού το ενδιαφέρον του κόσμου.
Κάτι πάντως δεν πάει καλά με την επικοινωνία. Ερμηνεύουμε τα πάντα με βάση τη δική μας ιδεολογία και μόνο, ακούμε ό,τι θέλουμε να ακούσουμε και κατανοούμε εκείνα που είναι κοντά στις πεποιθήσεις μας. Εάν κάτι δεν μας αρέσει το στέλνουμε αβίαστα και χωρίς πολλή σκέψη στο πυρ το εξώτερον· αποφεύγουμε έτσι τη βάσανο του διαλόγου, φοβούμενοι προφανώς ότι τα επιχειρήματά μας δεν είναι και τόσο ισχυρά, οπότε διαγράφουμε τους «αντιπάλους» και έχουμε και ήσυχη τη συνείδησή μας. Οχι, που θα σκάσουμε…
Σημασία ίσως έχει ότι οι εκκλησιαστικοί ταγοί παρά τα ουρλιαχτά τους αναγκάστηκαν να καταπιούν τη γλώσσα τους αν και ξέρουν ότι στα κρίσιμα ζητήματα (και ξέρουμε πολύ καλά ποια είναι αυτά…) θα έχουν και πάλι τον πρώτο λόγο. Και αυτά είναι μπροστά μας· κάποια στιγμή θα κληθεί η κυβέρνηση να τα αντιμετωπίσει – εκεί θα δείξει το μπόι της και το σθένος της (την ειλικρίνειά της και λοιπά).
