«Και βροχή και ντεκαντάνς. Και ήταν και χάλια η “Τραβιάτα”…». Πώς τις νιώθω αυτές τις κυρίες του καλού κόσμου. Αιώνες τώρα ίδια φάτσα, ίδιες ατάκες. Τι να μιλάμε για το 1870, τι για το 2010, ελάχιστες οι διαφορές.
Πώς αλλιώς να εξηγήσω το γεγονός πως την εν λόγω ρήση την άκουσα ύστερα από σχετική παράσταση προ μηνών, που έβρεχε ο θεός τη μοίρα μας και γίναν μουσκίδι μπούκλες και ρίμελ και τα ταξί άφαντα και έξω από το Μέγαρο ένας νεαρός ζητούσε μερτικό από τη ζωή και ήρθε και απόειδε ένα μακρύ παλτό και αναφώνησε «πόσο ακόμη θ’ αντέξω; Και βροχή και ζητιανιά και η “Τραβιάτα” χάλια!».
Αν και καθόλου χάλια δεν ήταν η «Τραβιάτα», το ζήτημα είναι πως εκείνη τη στιγμή, η κυρία με τας καμελίας είπε ακριβώς την ίδια ατάκα που βάζει στο στόμα Βρετανής αριστοκράτισσας ο Μπέρναρντ Σο στο «Ωραία μου Κυρία» (η οποία, μάλιστα, συμπλήρωνε: «Αν δεν πεθάνω από πνευμονία, θα πεθάνω απ’ τους λαϊκούς!»).
Το ξαναθυμήθηκα όταν είδα το θεατρικό τις προάλλες, στο θέατρο «Πάνθεον», σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Ρήγα, στην πιο μεγάλη και πραγματικά καλή παραγωγή που έχω δει ποτέ (ξεχωρίσαμε έναν εξαιρετικό Παύλο Χαϊκάλη, στον ρόλο του βοηθού του γλωσσολόγου καθηγητή, που προσπαθεί να μεταμορφώσει, μορφώνοντας, μία λαϊκιά σε κόρη της υψηλής κοινωνίας, και την υπέροχη ερμηνευτική παρουσία στο τραγούδι του Ησαΐα Ματιάμπα).
Ο Μπέρναρντ Σο γράφει αυτό το έργο για να σπάσει κάθε ταξικό φραγμό. Πίστευε ότι μέσω της γλώσσας και της μάθησης οι ταξικές διακρίσεις αμβλύνονται σε βαθμό κακουργήματος. Ηταν ειρηνιστής, σοσιαλιστής και χορτοφάγος. Ιδιοφυής συγγραφέας και ξεχωριστός άνθρωπος. (Είμαι κοντά στα τρία πρώτα. Λέτε αν κόψω και τη φέτα να γίνω και τα δύο επόμενα; Βρε, λες να είναι απλά θέμα… φέτας και τζάμπα σκοτίζομαι;).
Γεννημένος στα μέσα του 19ου αι. στο Δουβλίνο, έζησε όλη την υποκρισία των αστών της βικτωριανής εποχής και όλο τον μικροαστισμό των μικρομεσαίων κάθε εποχής. Ηταν ενάντια σε κάθε μορφή βίας και ανισότητας, σοσιαλιστής πριν από τον Ουάιλτ, ειρηνιστής πριν από τον Γκάντι και καυστικά αφοριστικός απέναντι σε κάθε τι «λογικό» και «δεδομένο».
Τον πιο επιτυχημένο χαρακτηρισμό του εαυτού του, ωστόσο, τον έχει δώσει ο ίδιος: «Δεν ξέρω αν γεννήθηκα τρελός ή ελαφρόμυαλος, αλλά απόλυτα αυτεξούσιος ένιωθα μόνο στο βασίλειο της φαντασίας μου και μόνο κοντά στους μεγάλους νεκρούς γνώρισα αληθινή φιλική ατμόσφαιρα».
Μέγας νεκρός και ο ίδιος πλέον (τουλάχιστον έζησε να δει το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και να πάρει Νόμπελ Λογοτεχνίας), μας έχει επιφορτίσει με αυτό που ονομάζει ο άλλος μέγας (ζωντανός, φυσικά και ευτυχώς) Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, «βραχυκύκλωμα της πάντα ελλοχεύουσας ιστορικής πανουργίας».
Αυτήν την πανουργία καλούμαστε εμείς οι «ντεκαντάνς», μαζί με τους φωτεινούς διανοούμενους, αυτού και του άλλου κόσμου, να αναγνωρίσουμε, να σφιχταγκαλιάσουμε και να δούμε, εν τέλει, πώς θα την κάνουμε να μας ταιριάζει. Να μη μας στενεύει στα μανίκια, να μη μας είναι φαρδιά στους ώμους. Να μας χωράει, τέλος πάντων, αλλά και να μας πάει κάπως. Να μας ομορφαίνει, βρε παιδί μου, αλλά να την ομορφαίνουμε κι εμείς.
Αν κάτι έχω ξεχωρίσει σε αυτούς τους ανθρώπους (και μου λείπει τόσο στο σήμερα), αν κάτι έχουν απόλυτα κοινό, αυτό είναι πως δεν μιζεριάζουν. Δεν βαλτώνουν στην απογοήτευση, δεν ανακυκλώνουν την παθητικότητα (δεξιά ή αριστερή) και πάντοτε βρίσκουν ευφάνταστους τρόπους σύγκρουσης. Τρανό παράδειγμα, ο κάτωθι επιστολικός διάλογος: κάλεσε ο Σο τον Ουίνστον Τσόρτσιλ στην πρεμιέρα του αντιπολεμικού του έργου «Ταγματάρχης Μπάρμπαρα» (Major Barbara, 1905).
Τότε ο Τσόρτσιλ ήταν ακόμη βουλευτής των Συντηρητικών, πριν διαφωνήσει και ενταχθεί στους Φιλελεύθερους. Μέγας σοσιαλιστής ο Σο και πολέμιος, ψυχή τε και σώματι κάθε ιμπεριαλισμού και μιλιταρισμού, στην πρόσκληση προς τον μελλοντικό πρωθυπουργό της Βρετανίας έγραφε: «Κύριε Τσόρτσιλ, σας έχω κρατήσει δύο θέσεις για την πρεμιέρα. Ελάτε με ένα φίλο σας, αν σας έχει μείνει κανένας».
Και ο Τσόρτσιλ απάντησε: «Είναι αδύνατον να έρθω στην πρεμιέρα. Προτίθεμαι να έρθω στη δεύτερη παράσταση, αν υπάρξει».
