Με δηλώσεις του αρχηγού της, Αντώνη Σαμαρά, και με τη δημοσιοποίηση των προτάσεών της «προς δημόσια διαβούλευση και συζήτηση», η Νέα Δημοκρατία άνοιξε τις διαδικασίες για νέα αναθεώρηση του Συντάγματος. Υπογραμμίστηκε μάλιστα από τον κ. Σαμαρά «η ιστορική ανάγκη για μεγάλες και βαθιές τομές στη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματός μας» και «μέσα από την κρίση να ανοίξει ο δρόμος για τη Νέα Μεταπολίτευση». Τις προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας επεξεργάστηκε επιτροπή του κόμματος υπό την προεδρία του πρώην υπουργού και καθηγητή της Νομικής, Προκόπη Παυλόπουλου.
Φιλόδοξη είναι η επιδίωξη του κ. Σαμαρά. Αν και τα άλλα κόμματα καταθέσουν προοδευτικές προτάσεις, τότε μπορεί να γίνει ουσιαστική αναθεώρηση του ισχύοντος Συντάγματος, που δεν έγινε με τις προηγούμενες τρεις αναθεωρήσεις, οι οποίες δεν έλυσαν καίρια προβλήματα και δεν αντιμετώπισαν ατέλειες του Συντάγματος, διότι επιδίωξη των κομμάτων που κίνησαν την αναθεωρητική διαδικασία ήταν να φέρουν στα «μέτρα τους» κρίσιμες συνταγματικές διατάξεις.
Το 1986, έντεκα χρόνια μετά την ψήφιση (1975) και την εφαρμογή του, έγινε η πρώτη αναθεώρηση του Συντάγματος της Προεδρευομένης Δημοκρατίας. Στόχος της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, η οποία έκανε την αναθεώρηση, ήταν να περιοριστούν, όπως και περιορίστηκαν, οι εξουσίες του Προέδρου της Δημοκρατίας ως ρυθμιστή του πολιτεύματος και να ενισχυθούν οι αρμοδιότητες του πρωθυπουργού.
Οπως επισήμαναν τότε οι συνταγματολόγοι, με τις αλλαγές που έγιναν στις διατάξεις για τον Πρόεδρο, το πολίτευμα έγινε πρωθυπουργοκεντρικό. Η Ν.Δ. προτείνει τώρα να επαναφερθούν οι ενισχυμένες αρμοδιότητες του Προέδρου, εκτός από εκείνη να διαλύει μονομερώς τη Βουλή. Επιδίωξη επίσης είναι να αποσυνδεθεί η αποτυχία εκλογής Προέδρου από τη διάλυση της Βουλής και μετά από τρεις άκαρπες ψηφοφορίες να γίνεται η εκλογή από το εκλογικό σώμα.
Το πρόβλημα της εκλογής και των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας το αντιμετώπισαν τεκμηριωμένα στις «Προτάσεις για ένα Δημοκρατικό Σύνταγμα» (εκδόσεις «Ερμής», 1975) οι κορυφαίοι συνταγματολόγοι και νομικοί της εποχής Φαίδων Βεγλερής, Ξενοφών Γιαταγάνας, Γεώργιος Κουμάντος, Αριστόβουλος Μάνεσης, Γιώργος Μαυρογορδάτος, Νίκος Παπαντωνίου και Σπύρος Πλασκοβίτης.
Εγραψαν τότε: «Η απ’ ευθείας εκλογή από τον λαό δεν φαίνεται ενδεδειγμένη, γιατί παίρνει οξύτερο κομματικό χαρακτήρα, δίνει στον Πρόεδρο μεγαλύτερη πολιτική δύναμη από όση δικαιολογεί ο ρόλος του και επιπλέον δημιουργεί προβλήματα σχηματισμού πλειοψηφίας και επαναλήψεως της εκλογής αν οι υποψήφιοι είναι περισσότεροι από δύο». Και υπογράμμιζαν: «Ο Πρόεδρος θα πρέπει να έχει αρμοδιότητες αρχηγού του κράτους, δηλαδή ρόλο συμβολικό και ρυθμιστικό, που χρειάζεται να προσδιοριστεί με σαφήνεια». Πέραν αυτών, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η απ’ ευθείας από τον λαό εκλογή του Προέδρου μετατρέπει το πολίτευμα της Προεδρευομένης Δημοκρατίας σε Προεδρική.
Προτείνει η Ν.Δ. «ασυμβίβαστο του αξιώματος του υπουργού με εκείνο του βουλευτή». Η ομάδα των συνταγματολόγων είχε επισημάνει το 1975: «Σύμφωνη με τον κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος θα πρέπει να είναι και η σύνθεση της κυβερνήσεως. Τα μέλη της θα πρέπει να έχουν τύχει της λαϊκής επιδοκιμασίας, να είναι δηλαδή κατ’ αρχήν βουλευτές».
Το 2001 έγινε η δεύτερη αναθεώρηση του Συντάγματος, δεκαπέντε χρόνια μετά την πρώτη. Με συμφωνία των δύο μεγάλων κομμάτων της Βουλής (ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ.) έγιναν σημαντικές αλλαγές, που αφορούσαν κυρίως την ενίσχυση των θεσμών του κοινωνικού κράτους, τη διεύρυνση της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, την αναβάθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, την επίλυση θεμάτων της Δικαιοσύνης κ.ά.
Το 2008 έγινε από τη Ν.Δ. η τρίτη αναθεώρηση. Προτάθηκαν εκτεταμένες αλλαγές, αλλά, όπως σημείωσε στον πρόλογο της έκδοσης του αναθεωρημένου Συντάγματος ο τότε πρόεδρος της Βουλής, Δημήτρης Γ. Σιούφας, «κατέληξε, όμως, να περιοριστεί στην υιοθέτηση ολίγων, μόνο, σημείων της πρότασης, για λόγους των οποίων η αποτίμηση ανήκει στη συνταγματική ιστορία, ενώ μετατέθηκε, λόγω του αυστηρού χαρακτήρα του Συντάγματος, στο απώτερο μέλλον η αντιμετώπιση μείζονος σημασίας ζητημάτων».
Αυτά τα «μείζονος σημασίας ζητήματα» μήπως θα αντιμετωπιστούν με την τέταρτη αναθεώρηση ή θα αφεθούν για να λυθούν στο απώτερο μέλλον; Αυτό θα συμβεί, αν δεν συνεννοηθούν τα κόμματα για να γίνει μια ουσιαστική αναθεώρηση του Συντάγματος. Μείζονος σημασίας ζητήματα είναι και η μείωση του αριθμού των βουλευτών, αλλά προπαντός η κατάργηση των προνομίων τους και η ειδική μεταχείρισή τους από τη Δικαιοσύνη. Μείζονος σημασίας είναι η αναθεώρηση των άρθρων για τα κόμματα και τους βουλευτές (29, 51 και 61), ώστε να γίνουν σαφείς «οι όροι διαφάνειας στις εκλογικές δαπάνες» και «γενικά την οικονομική διαχείριση των κομμάτων, των βουλευτών και των υποψηφίων βουλευτών».
Με καθαρή συνταγματική πρόβλεψη πρέπει να λυθεί οριστικά και το μείζον θέμα του εκλογικού νόμου. Η έντιμη λύση είναι να καθιερωθεί ως μόνιμο το σύστημα της απλής και άδολης αναλογικής, για να μην μπορούν τα κόμματα να ψηφίζουν καλπονοθευτικά συστήματα. Αν με εξαντλητικό δημόσιο διάλογο γίνει ουσιαστική αναθεώρηση του Συντάγματος, τότε μπορεί να εξυγιανθεί το πολιτικό σύστημα, που βύθισε τη χώρα στη βαθιά κρίση.
