Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πολλά γράφονται, πολλά «κυκλοφορούν» και πολύ λιγότερα αποσαφηνίζονται στην πάγια συζήτηση περί των διορισμών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ ή συγγενικών προσώπων τους σε θέσεις συμβούλων στην κυβέρνηση και σε πολιτικά γραφεία.

Επειδή μάλιστα μια τέτοια συζήτηση περιέχει ζητήματα ηθικής στον πυρήνα της, η όλη συζήτηση περιπλέκεται οδηγώντας σε ένα λαβύρινθο ενδεχομένων, μισόλογων και περιπτωσιολογίας. Σωστό μπλέξιμο. Γι αυτό και χρειάζεται μια απόπειρα αποσαφήνισης.

Τα εργαλεία που διαθέτει μια κυβέρνηση για να ασκήσει αποτελεσματική και συγκεκριμένης κατεύθυνσης πολιτική είναι νομοθετημένα εδώ και δεκαετίες. Ο κάθε υπουργός έχει τη δυνατότητα να προσλαμβάνει συμβούλους που να εγγυώνται ότι υπηρετείται τόσο η κεντρική πολιτική κατεύθυνση της κυβέρνησης όσο και η αναγκαία τεχνοκρατική πληρότητα.

Οι οργανωμένοι φορείς επεξεργασίας και άσκησης πολιτικής, τα πολιτικά κόμματα, έχουν και αυτό τον ρόλο: να στηρίζουν τις κυβερνήσεις με έμψυχο δυναμικό. Η κομματική ένταξη, βέβαια, δεν είναι από μόνη της αναγκαία και ικανή συνθήκη, εξ ου και υπάρχουν και μη κομματικά μέλη που συνεργάζονται με το κάθε κυβερνητικό στέλεχος.

Τα παραπάνω είναι αναγκαία ώστε να παύσει η συζήτηση γύρω από την «κομματικοποίηση» της εκάστοτε κυβέρνησης (μην μπερδεύουμε την κυβέρνηση, τα πολιτικά πρόσωπα δηλαδή, με τους υπηρεσιακούς παράγοντες και τους υπαλλήλους των υπουργείων).

Το τελευταίο διάστημα, όμως, διεξάγεται μια συζήτηση που κινείται στο «πλάι» των παραπάνω και αφορά την πρόσληψη για ορισμένο χρόνο συγγενικών προσώπων άλλων κομματικών ή κυβερνητικών στελεχών.

Είναι μια συζήτηση που έχει πραγματική βάση, καθώς τα δημοσιεύματα, πέραν του πολιτικού «χρωματισμού» τους και της στόχευσής τους, είναι τεκμηριωμένα με στοιχεία. Η δε «οικογενειοκρατία» στα κυβερνητικά κλιμάκια είναι μια «ευαίσθητη» ιστορία, στην οποία επένδυσε την ρητορική του και ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η πρόσληψη δυο συγγενών ενός κορυφαίου κομματικού στελέχους στην Ελλάδα της κρίσης και της εκτεταμένης ανεργίας αποτελεί πρόκληση, ακόμη και αν πρόκειται για εξέχοντες επιστήμονες.

Η κρίση, άλλωστε, έθεσε εν αμφιβόλω καθιερωμένες τακτικές και πρακτικές του παρελθόντος, ενώ η ανάδειξη της Αριστεράς σε κυρίαρχο πολιτικό πόλο ενισχύθηκε από την προσμονή της αξιοκρατίας και της αξιοσύνης. Με απλούστερα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ ανήλθε στην εξουσία με την προσδοκία ότι δεν θα κινηθεί «όπως οι προηγούμενοι».

Η πολιτική άλλωστε δεν αποτελεί μια διαδικασία «στεγνή». Οι τακτικές των ηγεσιών των κομμάτων δεν είναι εκ των πραγμάτων σπαρμένες με «καλές προθέσεις». Οι κίνδυνοι ελλοχεύουν παντού και αυτό πρέπει να το γνωρίζουν όλοι οι εμπλεκόμενοι. Πρέπει δηλαδή όλη η κυβέρνηση να αυτοπροστατεύεται.

Και οι φορείς γύρω της να έχουν το πολιτικό κριτήριο να καταλαβαίνουν πότε εκθέτουν τους εαυτούς τους, το κόμμα τους και την κυβέρνησή τους. Και, προφανώς, κανένας δεν είναι αλάθητος, πόσω μάλλον υπέρτερος άλλων, ελέω του γενεαλογικού του δένδρου.

Υπό αυτό το πρίσμα, το καλύτερο που μπορεί να πράξει το Μαξίμου είναι να δώσει άμεσα εντολή για απομάκρυνση και επαναπρόσληψη υπό κριτήρια που να υπηρετούν τουλάχιστον τις αξίες που επιθυμεί να πρεσβεύσει. Σε συμβολικό και πρακτικό επίπεδο θα ήταν μια κίνηση κρίσιμη και κερδοφόρα.