«Δεν ήμασταν έξω, ήμασταν μέσα, παιδιά» απάντησε ο Γιώργος Καπουτζίδης σε ερώτηση την οποία επιχείρησε να του απευθύνει συνάδελφος στο πλαίσιο των δηλώσεών του μαζί με τις συμπαρουσιάστριές του Κατερίνα Βρανά και Μπέττυ Μαγγίρα μετά τον τελικό για την ελληνική συμμετοχή στη Eurovision. Το θέμα της ερώτησης της δημοσιογράφου ήταν η διαδήλωση ενάντια στη συμμετοχή του Ισραήλ, η οποία πραγματοποιούνταν έξω από τον χώρο του τελικού. Και ο κ. Καπουτζίδης δεν την άφησε ποτέ ούτε καν να ολοκληρώσει την ερώτησή της.
Οταν μετά από αυτή τη φράση εκείνη επιχείρησε να συνεχίσει, την ξαναδιέκοψε και άρχισε να μιλάει «επάνω της»: «Μη μας ρωτάτε τέτοια πράγματα, σας παρακαλώ πάρα πολύ. Αυτή τη στιγμή εδώ θα μας ρωτήσετε για μας, το τι χρειάστηκε να κάνουμε εμείς εδώ μέσα» της είπε, υποδεικνύοντάς της τι θα ρωτά και τι δεν θα ρωτά στο πλαίσιο της δουλειάς της.
Εκείνος που απηύθυνε τις δηλώσεις
Εν ολίγοις εκείνος που ρόλος του ήταν να δίνει στις ερωτήσεις απαντήσεις (σ.σ. οποιεσδήποτε απαντήσεις, ακόμα και μια απάντηση του στιλ «δεν θέλω να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση, ευχαριστώ»), αντί να κάνει αυτό, προσδιόρισε τι θα τον ρωτούν και τι όχι. Οταν η συντάκτρια επιχείρησε για δεύτερη φορά να συνεχίσει επιτέλους τη φράση της, της είπε στον ενικό «σε παρακαλώ πολύ».
Η ενόχλησή του ήταν οφθαλμοφανής. Δεν είναι όμως αυτό το θέμα μας για τον πολύ απλό λόγο ότι δεν μας πέφτει λόγος. Ο Γιώργος Καπουτζίδης έχει αναφαίρετο και αναμφισβήτητο δικαίωμα να ενοχλείται κυριολεκτικά με ό,τι θέλει. Δεν έχει όμως δικαίωμα να υποδεικνύει σε δημοσιογράφους ποια ερώτηση θα επιλέξουν να του θέσουν.
Επίσης δεν έχει δικαίωμα να εκφράζει αυτή την ενόχλησή του με τόνο επίπληξης (έναν τόνο εξίσου οφθαλμοφανή.) Για έναν άνθρωπο όπως ο Γιώργος Καπουτζίδης, ο οποίος μέσα από τη δουλειά του έχει μπολιάσει την ελληνική κοινωνία με ασύλληπτα σημαντικές ιδέες αποδοχής, συμπερίληψης, ισότητας, σεβασμού των δικαιωμάτων, σεβασμού γενικά, αυτό είναι ένα σφάλμα σεβαστής σημασίας.
Το γράφω απολύτως καλόπιστα. Ακριβώς επειδή έχει μεταδώσει με τόσο σεβασμό αυτές τις πολύτιμες ιδέες. (Αν π.χ. ήταν κάποιος που τις έχει πολεμήσει, θα μπορούσε να μου καταλογιστεί προκατάληψη εναντίον του.) Και μέγα δείγμα τού να επιμένει κανείς «καταστατικά» υπέρ του σεβασμού -αλλά και δείγμα περήφανης εξαίρεσης από τον κανόνα υποκρισίας και σοβαροφάνειας ο οποίος δυστυχώς ηγεμονεύει τη δημόσια σφαίρα στη χώρα μας- είναι το να παραδέχεται το σφάλμα του πριν προχωρήσει.
Τελευταίο, αλλά όχι ασήμαντο: οι μέρες τις οποίες διάγουμε στην Ελλάδα σε σχέση με την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και με την ελευθερία της δημοσιογραφικής έκφρασης είναι δύσκολες και πονηρές. Οι εντυπώσεις ότι οι δημοσιογράφοι θα γίνονται σεβαστοί μόνο όταν παραλείπουν άβολα θέματα καλό είναι να μην καλλιεργούνται ούτε καν κατά λάθος. Αρκετά έχουν καλλιεργηθεί από άλλους επίτηδες και μεθοδικά. Και κάθε τέτοιο συμβάν μπορεί να τους δώσει «αβάντες» να συνεχίσουν.
