Το βιβλίο του συναδέλφου Πέτρου Κατσάκου «Ιστορίες χωρίς φωνή», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Οκτάνα, περιέχει την ομώνυμη στήλη του στην εφημερίδα «Αυγή». Ο συγγραφέας μάς παροτρύνει σε αυτό να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να σώσουμε τη βιοποικιλότητα του πλανήτη, σώζοντας ταυτόχρονα και τους εαυτούς μας. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουμε απεριόριστο χρόνο, ο χρόνος τελειώνει. Εάν θέλουμε να κάνουμε κάτι, πρέπει να το κάνουμε εδώ και τώρα.
Η συμπεριφορά μας απέναντι στα μη ανθρώπινα ζώα, τους συγκατοίκους μας στον πλανήτη, είναι επιεικώς άθλια. Οι περιγραφές του συγγραφέα είναι πραγματικά σοκαριστικές: σφαγεία, ζωολογικοί κήποι, κακοποίηση, οργανωμένες γενοκτονίες και πάει λέγοντας. Σημειώνει: «Είμαστε όλοι υπεύθυνοι για τη ζωή όσων δεν μπορούν να μιλήσουν για τον εαυτό τους, για τα ζώα που ζουν σε έναν κόσμο που τους ανήκει εξίσου, αλλά που τα χρησιμοποιεί με τον πιο βάναυσο τρόπο. Η κραυγή των αμνών δεν είναι απλώς μια κραυγή πόνου: είναι μια κραυγή για δικαιοσύνη, για αναγνώριση της αξίας κάθε πλάσματος. Για να σπάσουμε την αλυσίδα της εκμετάλλευσης, πρέπει να μάθουμε να ακούμε τις αποσιωπημένες κραυγές που ηχούν γύρω μας».
Θυμάμαι από το Δημοτικό σχολείο ακόμη που όταν αναφέρονταν οι δάσκαλοι στα ζώα, μας έλεγαν «σε τι χρησιμεύει το πρόβατο»; για τη γούνα, για το κρέας και για τη συκωταριά. Οποτε αναφέρονταν, μια από τα ίδια: «σε τι χρησιμεύει το τάδε ή το δείνα»; Η απόλυτη εργαλειοποίηση και εκμετάλλευση. Τα πάντα υπάρχουν για να τα εκμεταλλεύεται ο άνθρωπος, η δήθεν «κορωνίδα της Δημιουργίας», οι δήθεν «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν». Ασχέτως εάν έφυγαν κακήν κακώς από τον Παράδεισο, τα ζώα όμως όχι.
Εχω τη γνώμη ότι το επόμενο βιβλίο του Πέτρου Κατσάκου θα μπορούσε να είναι λογοτεχνικό, καθώς δεν υπολείπεται σε τίποτα των λογοτεχνών. Κάθε αρχή ιστορίας ξεκινά με μια ποιητική πλοκή που μας τοποθετεί το ζώο που έχει επιλέξει σε ένα πλαίσιο αντίστιξης: τι θα μπορούσε να είναι όντας ελεύθερο και τι μέσα σε άθλια κλουβιά και φυλακές. Παράδειγμα, όταν αναφέρεται στους πιγκουίνους: «Σ’ έναν τόπο στις εσχατιές της γης, όπου ο πάγος είναι πιο σκληρός από την καρδιά του χειμώνα και ο άνεμος ακούγεται σαν το κλάμα των αρχαίων θεών, στην Ανταρκτική, απλώνεται το βασίλειο των πιγκουίνων. Αυτά τα μικρά μαχητικά πλάσματα, με την αστραφτερή τους λευκή κοιλιά και τη μαυροκόκκινη ράχη, ζουν στο πιο αφιλόξενο τοπίο. Η ζωή τους δεν είναι παρά μια αέναη πάλη ενάντια στην αβεβαιότητα, μια διαρκής αναμέτρηση με τη φύση».
Το βιβλίο του Κατσάκου είναι στενόχωρο και ζοφερό, αλλά μας φέρνει προ των ευθυνών μας: ποιον κόσμο έχουμε δημιουργήσει; «Ποια είναι η στάση μας απέναντι σε όλη αυτή την κτηνωδία; Τι λέει για εμάς η σιωπή μπροστά σε αυτήν την αδικία; Οταν αναλογιζόμαστε την πραγματικότητα των 300 εκατομμυρίων φυλακισμένων ζώων στην Ευρωπαϊκή Ενωση αναρωτιόμαστε: τι θα επακολουθήσει στο μέλλον αν δεν αντιδράσουμε; Αν δεν επιλέξουμε να διεκδικήσουμε έναν κόσμο χωρίς κλουβιά, χωρίς το βάρος της φυλάκισης των πλέον αθώων; Αν δεν καταγγείλουμε την κοινωνία που θεωρεί τη ζωή των ζώων τόσο αδιάφορη, τόσο αναλώσιμη;».
Ο συγγραφέας μού θυμίζει το ερώτημα που έθεσε ο μεγάλος Μίλαν Κούντερα στο βιβλίο του «Η αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης»: «Η πραγματική ηθική δοκιμασία της ανθρωπότητας είναι η σχέση με αυτούς που βρίσκονται στο έλεός μας: τα ζώα».
