ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Πέτρος Σταύρου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την ώρα που θα διαβάζονται αυτές οι γραμμές, στο φύλλο της Δευτέρας, οι εξαγγελίες του Κυρ. Μητσοτάκη στη ΔΕΘ όχι μόνο θα έχουν ανακοινωθεί και αποτιμηθεί από δημοσιογράφους, πολιτικούς συμμάχους και αντιπάλους και βέβαια από τους φορείς της οικονομίας, αλλά θα έχουν «εξαντληθεί», κιόλας, οι όποιες πολιτικές συνέπειες σχεδιάζονταν να έχουν αυτές οι εξαγγελίες.

Και αυτό όχι μόνο γιατί το ύψος των παροχών είναι μόλις γύρω στο 1,7 δισ. ευρώ –σύμφωνα με τα στοιχεία που είχαμε μέχρι και το πρωί του Σαββάτου–, αλλά και γιατί η φύση των μέτρων είναι τέτοια που ο κύκλος της ζωής τους ταιριάζει χρονικά με τον κύκλο ζωής ενός εφημερόπτερου. Ενα βράδυ ανακοινώνονται και το επόμενο βράδυ έχουν ξεχαστεί, μέσα σε τόσες άλλες ενέργειες διαχείρισης της καθημερινότητας. Αυτός ο εξαιρετικά σύντομος κύκλος ζωής των εξαγγελλόμενων μέτρων στη ΔΕΘ έχει την πολιτική και ιστορική του εξήγηση:

Η «ΔΕΘ» δεν είχε πάντα τον σημερινό χαρακτήρα της δέσμης μέτρων φοροελαφρύνσεων και απαλλαγών ή στοχευμένων επιδομάτων. Στη δεκαετία του 1980 οι εξαγγελίες του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ είχαν τον χαρακτήρα της ανακοίνωσης ενός αναπτυξιακού προγράμματος με κορμό τα εκτενή κοινωνικά προγράμματα και τις εθνικοποιήσεις. Από την άλλη πλευρά, οι κριτικές της Ν.Δ. κατήγγελλαν τον κρατισμό του ΠΑΣΟΚ και τον «σοσιαλιστικό» κεντρικό σχεδιασμό, ενώ οι πολιτικές εξαγγελίες της μιλούσαν για «εναλλακτικά» οράματα ανάπτυξης, με αιχμή την αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων. Πώς θα προέκυπταν όμως οι ιδιωτικές επενδύσεις αν δεν αποσύρονταν το κράτος από τις παραγωγικές δραστηριότητες;

Με άλλα λόγια, οι «μεγάλες αφηγήσεις» κονταροχτυπιούνταν για να κερδίσουν τη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας. Η αφήγηση του ΠΑΣΟΚ, από τη μία, ως ένα είδος ριζοσπαστικού σοσιαλιστικού μικροαστισμού και, από την άλλη, η αφήγηση της Ν.Δ. που ήθελε να καταχωνιάσει βαθιά στη λησμονιά την εικόνα της οπισθοδρομικής εθνικόφρονος παράταξης – εικόνα που είχε αποκτήσει, δικαιολογημένα, τα χρόνια μετά τον Εμφύλιο.

Ομως, και τη δεκαετία του 1990 το σημιτικό ΠΑΣΟΚ ανακοίνωνε στις ΔΕΘ τα εκσυγχρονιστικά του προγράμματα, τη στρατηγική ένταξης στην ΟΝΕ, με όρους σύγκλισης με τον μέσο όρο της Ε.Ε. και τις μεγάλες υποδομές που θα άλλαζαν το «πρόσωπο» της ελληνικής οικονομίας. Από την άλλη, η Ν.Δ. δεν έμεινε στην αφήγηση των μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων. Βελτίωσε και αυτή το αφήγημά της. Η στρατηγική της «απελευθέρωσης» των αγορών δεν μιλούσε απλώς για έναν κατάλογο μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων, αλλά για τη μετασχηματιστική δύναμη της συνεργασίας του κράτους με τις αγορές, για το υποτιθέμενο «αποτέλεσμα ευημερίας» που θα είχε ο αυτοπεριορισμός του κράτους και η ταυτόχρονη «θέσπιση» του «καθεστώτος ελευθερίας» των αγορών, διά του κράτους.

Οι «οραματικές εξαγγελίες» συνεχίστηκαν και στις ΔΕΘ της δεκαετίας του 2000. Η Ν.Δ. ζήλεψε τη δόξα του σημιτικού ΠΑΣΟΚ και υποσχέθηκε τα δικά της μεγάλα έργα (Εγνατία, Μετρό Θεσσαλονίκης, Ολοκλήρωση οδικών αξόνων, επενδύσεις σε ενέργεια και άλλες παραγωγικές υποδομές) αλλά και την περιβόητη «Επανίδρυση του Κράτους». Το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη, υποσχόταν έναν νέο, πράσινο αυτήν τη φορά, εκσυγχρονισμό με επενδύσεις στις ΑΠΕ και στις νέες τεχνολογίες.

Από τα «μακρόπνοα αφηγήματα» στα στοχευμένα μέτρα της κρίσης και της μετα-κρίσης

Δεν μπορούμε να πούμε ότι υπήρχαν κάποιου είδους εξαγγελίες τα εφιαλτικά χρόνια της βαθιάς μνημονιακής περιόδου 2010-2015, με μόνο μία εξαίρεση, αυτήν του «προγράμματος της Θεσσαλονίκης» του ΣΥΡΙΖΑ, που ανακοινώθηκε το 2014 και αποτελούνταν από μέτρα ανακούφισης της βαριάς φτώχειας (αύξηση κατώτατου μισθού, στήριξη χαμηλοσυνταξιούχων, αύξηση του αριθμού των δόσεων για αποπληρωμή ιδιωτικού χρέους, μέτρα ανακούφισης για τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος κ.λπ.).

Την περίοδο 2015-2019 ο ΣΥΡΙΖΑ υποσχόταν την έξοδο από τα μνημόνια αλλά και το κοινωνικό μέρισμα όπως και τη μείωση του ΕΝΦΙΑ και την προστασία της πρώτης κατοικίας. Η Ν.Δ., από την ασφαλή θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης και ενώ είχε ψηφίσει τα φορομπηχτικά μέτρα και των τριών μνημονίων, διακήρυττε κάθε χρόνο την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, το ψηφιακό κράτος και τη φοροελάφρυνσή της μεσαίας τάξης.

Κατά τη μεταμνημονιακή περίοδο, κάθε χρονιά είναι διαφορετική από την προηγούμενη. Το 2020, σε ακόμα μία ειδική ΔΕΘ, συμπεριλήφθηκαν μέτρα στήριξης για την αντιμετώπισης της πανδημίας, στο πλαίσιο μιας γενικότερης χρηματοδοτικής στήριξης που αφορούσε την περίοδο 2020-2022. Το 2021 εξαγγέλθηκαν μέτρα στήριξης των νέων (προφανώς για την αντιμετώπιση του φαινομένου brain drain). Το 2022 είχαμε τα μέτρα στήριξης για την ενεργειακή κρίση. Το 2023 ανακοινώθηκε μια πολύ μικρή στήριξη για την καταστροφή του κάμπου της Θεσσαλίας από τις πλημμύρες (ύψους μόλις 1 δισ.) και το 2024 είχαμε τις εξαγγελίες –ακόμα και η λέξη «εξαγγελία» δεν ταιριάζει εδώ– κάποιων ανεπαίσθητων φοροαπαλλαγών.

Για να φτάσουμε στο σήμερα, όπου μας έχουν τελειώσει τα «οράματα» των δεκαετιών πριν από την κρίση, μας έχει τελειώσει η προσδοκία εξόδου από τα μνημόνια και τα μεταμνημόνια, αλλά φαίνεται πως αργούμε, ακόμα, να φτάσουμε «στον πάτο» των προσδοκιών μας. Πριν, καλά–καλά, μπούμε σε εποχές «σταθερότητας και ανθεκτικότητας» φαίνεται πως μας τελειώνει και η διαχείριση μιας οικοκυρικής πολιτικής οικονομίας (το άλλο όνομα των πολιτικών δημοσιονομικής υπευθυνότητας). Γιατί τι άλλο μπορεί να σημαίνει η εξαγγελία μέτρων ύψους 1,7 δισ., ίσως και κάτι παραπάνω, όταν η «καθημερινότητα» αγκομαχά να αναπαραγάγει τον εαυτό της και μάλιστα σε φθίνοντα βαθμό και όταν οι εκφάνσεις της πολυκρίσης χτυπούν η μία μετά την άλλη.

Η ΔΕΘ των «κοστολογημένων» προγραμμάτων

Ολα τα παραπάνω δεν αποτελούν μια γραμμική, προοδευτική εξέλιξη και προσαρμογή του θεσμού της ΔΕΘ στις μόδες των οικοκυρικών οικονομικών, σύμφωνα με τα οποία τα οικονομικά του κράτους είναι σαν τα οικονομικά μιας μεγάλης οικογένειας που θέλουν έναν συνετό «οικογενειάρχη» στο τιμόνι. Πολύ περισσότερο πρόκειται για μια μεταμόρφωση του νεοφιλελευθερισμού, από ιδεολογία και οικονομική στρατηγική, σε μια διαχείριση του κρατικού ταμείου με λογιστική ακρίβεια. Πανίσχυρη λογική, η αλήθεια είναι· αλλά «αυτοκτονικής κατάληξης».

Οι μνημονιακές πολιτικές απαίτησαν οι εξαγγελίες στη ΔΕθ να στηρίζονται σε «κοστολογημένα προγράμματα», κατευθείαν βγαλμένα από τα «εργαστήρια» του κεντρικού Λογιστηρίου του Κράτους. Παραδόξως, το πρώτο πλήρως κοστολογημένο πρόγραμμα βγήκε από τα «εργαστήρια» ενός αντιμνημονιακού – ριζοσπαστικού κόμματος, του ΣΥΡΙΖΑ. Το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» ήταν πλήρως κοστολογημένο και ύψους 13,5 δισ. και το οποίο κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος μπροστά στις πολιτικές των μνημονίων και της παγκόσμιας τράπεζας του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.

Τα σημερινά «κοστολογημένα» προγράμματα της Ν.Δ. είναι της τάξεως των 2 έως 3 δισ. ευρώ και αποτελούν νομοτεχνικά – προκωδικοποιημένα κατασκευάσματα, είτε με τη μορφή φοροαπαλλαγής και επιδόματος είτε με τη μορφή προγράμματος ΕΣΠΑ. Επιδόματα για τους φτωχούς, φοροαπαλλαγές για τους «μεσαίους», προγράμματα χρηματοδότησης για την πολυκρίση, αρκεί ο ΦΠΑ να γεμίζει τα ταμεία και να επικροτούν οι αγορές χρήματος. Ετσι όμως δεν θα πάει μακριά το καράβι του ανακύψαντος και αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού! Διότι, τι είναι ο κάβουρας και τι είναι το ζουμί του δημοσιονομικού χώρου που πρόκειται να μοιραστεί και μάλιστα «στοχευμένα»;