Από το 1974 και μέχρι τις εκλογές του 1977 είχαμε έναν ατελή δικομματισμό. Κυρίαρχο κόμμα στη χώρα ήταν η Νέα Δημοκρατία και τα κόμματα του λεγόμενου προοδευτικού τόξου, κυρίως το Κέντρο και το ΠΑΣΟΚ, διεκδικούσαν να γίνουν το αντίπαλο δέος στη Δεξιά. Η κομμουνιστική Αριστερά είχε απήχηση στα κοινωνικά κινήματα, το εκλογικό μέγεθός της όμως δεν της επέτρεπε να ερωτοτροπεί με την ιδέα ότι μπορεί να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο σε κυβερνητικό επίπεδο. Στις εκλογές του 1977 το ΠΑΣΟΚ απογειώθηκε και πλασαρίστηκε ως ο δεύτερος πόλος του δικομματισμού, κάτι που επιβεβαιώθηκε με εκκωφαντικό τρόπο στις εκλογές του 1981. Το 48 και κάτι τοις εκατό ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό την περίοδο της μεταπολίτευσης μετά το 54% της Νέας Δημοκρατίας το 1974. Με τη σημαντική διαφορά ότι στις εκλογές του 1974 οι περισσότεροι πολίτες δεν ψήφισαν με ιδεολογικά και πολιτικά κριτήρια, όπως έγινε, πέραν πάσης αμφιβολίας, το 1981.
Στη συνέχεια ο δικομματισμός μεσουράνησε. Είχαμε την παντοδυναμία του ΠΑΣΟΚ, που κλονίστηκε το 1989 με το σκάνδαλο Κοσκωτά, την επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη το 1990, την πτώση της κυβέρνησής του το 1993 και την κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ μέχρι το 2004, όταν η Νέα Δημοκρατία του Κώστα Καραμανλή επέστρεψε στην πρώτη θέση. Την κράτησε στις εκλογές του 2007, για να ξανάρθει το ΠΑΣΟΚ με τον Γιώργο Παπανδρέου το 2009 με ένα μεγάλο ποσοστό. Μέχρι τότε, αν εξαιρέσει κανείς τη βραχύβια κυβέρνηση Τζαννετάκη και την οικουμενική Ζολώτα, η εναλλαγή των δύο κομμάτων στην εξουσία ήταν ομαλή και ο δικομματισμός έδειχνε πανίσχυρος. Το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία συγκέντρωναν αθροιστικά ποσοστά πάνω από το 80%. Τα πράγματα άλλαξαν με την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου. Για το ΠΑΣΟΚ ξεκίνησε μια πορεία προς τα κάτω, με αποκορύφωμα το ποσοστό λίγο πάνω από το 4% στις εκλογές του 2015. Και η Νέα Δημοκρατία κατηφόρισε, ωστόσο συγκυβέρνησε με το ΠΑΣΟΚ και μερικά μικρότερα σχήματα μέχρι τον Ιανουάριο του 2015. Ηταν η στιγμή που ένα κόμμα που είχε ξεκινήσει από το 4,5% εκτοξεύτηκε στο 36% και πήρε τη θέση του ΠΑΣΟΚ στην περιοχή της προοδευτικής παράταξης.
Τότε πολλοί σχολιαστές οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα ότι έχουμε ένα νέο είδος δικομματισμού. Ο προηγούμενος ήταν συναινετικός, αφού τόσο η Ν.Δ όσο και το ΠΑΣΟΚ κινήθηκαν εντός του συστήματος παρά τις ουσιαστικές διαφορές τους, με τον ΣΥΡΙΖΑ όμως στην κορυφή έλεγαν ότι ο δικομματισμός θα γίνει συγκρουσιακός, αφού το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ θύμιζε το ΠΑΣΟΚ της πρώτης περιόδου, τότε δηλαδή που είχε στις αναπεπταμένες σημαίες του αριστερές θέσεις και ριζοσπαστικές προτάσεις. Τα ίδια και… χειρότερα για το κατεστημένο έλεγε και ο ΣΥΡΙΖΑ το 2015. Ιδέες πολύ ενοχλητικές για τις κυρίαρχες τάξεις. Το σύστημα πράγματι τρόμαξε. Είχε αποτύχει να εμποδίσει τον ΣΥΡΙΖΑ να γίνει κυβέρνηση, η θεωρία του περί αριστερής παρένθεσης και προσωρινών ενοικιαστών του μεγάρου Μαξίμου (την υπηρέτησαν αντάμα Δεξιά και ΠΑΣΟΚ) διαψεύστηκε, ευτυχώς όμως για αυτό, δυστυχώς για πολλούς αριστερούς, ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε τη μάχη και συνθηκολόγησε. Στις εκλογές του 2019 κράτησε ένα σημαντικό ποσοστό κι αυτό ήταν για αρκετούς μια απόδειξη ότι ο νέος δικομματισμός αντέχει.
Η συνέχεια όμως ήταν διαφορετική απ’ αυτήν που είχαν περιγράψει στα εγχειρίδιά τους οι προφήτες δημοσιολόγοι. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατρακύλησε, η Δεξιά έπαιζε χωρίς αντίπαλο, αξιοποίησε δυνάμεις του πολιτικού Κέντρου και του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ και φαινόταν ότι τίποτα δεν θα την απειλήσει. Ο ΣΥΡΙΖΑ βολόδερνε, το ΠΑΣΟΚ είχε κοντό βηματισμό, η κομμουνιστική Αριστερά απέκρουε σθεναρά τους πειρασμούς για εμπλοκή σε κυβερνητικές ευθύνες και ο Κυριάκος Μητσοτάκης πορευόταν χωρίς εμπόδια. Ο καινούργιος δικομματισμός ήταν ατελής. Ενα μεγάλο κόμμα εξουσίας και πολλά μεσαία και μικρά χωρίς φιλοδοξίες για κυβερνητικό ρόλο. Οι ευρωκάλπες όμως έστειλαν ένα ηχηρό μήνυμα στην κάστα που κυβερνά και στη λατρευτική κλίκα που πλαισιώνει τον πρωθυπουργό.
Ακολούθησαν οι διαφοροποιήσεις βουλευτών, οι δύο πρώην πρωθυπουργοί ασκούν σκληρή κριτική στον αρχηγό της κυβέρνησης και εδώ και λίγες μέρες έχουμε ένα κλίμα ενθουσιασμού στο ΠΑΣΟΚ, η ηγετική ομάδα του οποίου πιστεύει ότι η υποχώρηση της Νέας Δημοκρατίας και ο εμφύλιος στον ΣΥΡΙΖΑ είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για να γίνει ξανά το ΠΑΣΟΚ κόμμα εξουσίας και να διεκδικήσει με αξιώσεις την κυβέρνηση. Μπορεί να συμβεί αυτό; Και οι έξι υποψήφιοι για την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ υποστήριζαν ότι ο επόμενος πρόεδρος του κόμματος θα είναι ο επόμενος πρωθυπουργός της χώρας. Μπορεί το ΠΑΣΟΚ μόνο του; Οι ενδείξεις για την ώρα δεν συνηγορούν υπέρ αυτής της εκδοχής.
Ανάγωγα
Το βασικό ερώτημα που απασχολεί στελέχη, μέλη και φίλους του ΠΑΣΟΚ είναι πώς θα διαχειριστεί ο νικητής τη νίκη του. Θα μπει στον πειρασμό να πάει σε ξεκαθάρισμα λογαριασμών ή θα μοιράσει ρόλους στους χαμένους; Σύγκρουση για να καθαρίσει το τοπίο και να λυθούν τα χέρια του ή κινήσεις συμφιλίωσης για να μην απειληθεί η ενότητα;
