Στα εκατό χρόνια από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης, το 1923, έρχεται ένα νέο βιβλίο από τις Εκδόσεις Κριτική με εξαιρετικό ενδιαφέρον. Συγγραφέας είναι ο Ανδρέας Στεργίου, ιστορικός και πολιτικός επιστήμονας, καθηγητής στο τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Τίτλος του «Η ελληνοτουρκική διένεξη στο Αιγαίο» και υπότιτλος (και αυτό έχει τη σημασία του) «Αντίσταση στο μέλλον». Τον πρόλογο υπογράφει ο Παναγιώτης Τσάκωνας, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο ΕΚΠΑ, και τη μετάφραση από τα αγγλικά έχει κάνει ο Γιώργος Χρηστίδης. Εάν νομίζει κανείς ότι πρόκειται για ακόμα ένα βιβλίο γενικά για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις θα κάνει μεγάλο λάθος, γιατί ο συγγραφέας τις προσεγγίζει, θα έλεγα, με έναν μάλλον ανορθόδοξο τρόπο, ίσως μάλιστα και «αιρετικό». Κι αυτό γιατί η ανάλυσή του, ιστορική και γεωπολιτική, δεν είναι προσανατολισμένη στο παρελθόν, αλλά στο δυσοίωνο μέλλον, λόγω και της κλιματικής αλλαγής.
Ο Στεργίου «βλέπει» τα ελληνοτουρκικά μέσω μιας δυναμικής που ναι μεν ανά πάσα στιγμή μπορεί να οδηγήσει στη σύγκρουση, λόγω και των εθνικιστικών στερεοτύπων που αναπαράγουν τα ΜΜΕ στις δύο πλευρές του Αιγαίου, αλλά, από την άλλη, επισημαίνει τις μεγάλες δυνατότητες συνεργασίας δύο νεοεκλεγμένων ισχυρών ηγεσιών, στην προοπτική της ανάπτυξης μέσω συμπράξεων στο Αιγαίο για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και όχι της εξόρυξης υδρογονανθράκων, οι οποίοι είναι εν πολλοίς υπεύθυνοι για τις εντάσεις, αλλά και για τη δραματική αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη.
Με εύληπτο και κατανοητό για τον μέσο αναγνώστη τρόπο αναλύει τις διαφορές ανάμεσα στις δύο χώρες, εξηγώντας δύσκολους γεωπολιτικούς και νομικούς όρους, όπως ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδα, FIR, χωρικά ύδατα κ.λπ. Αναδεικνύει δε ως το μεγάλο «αγκάθι» την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια, κάτι που για την Τουρκία αποτελεί casus belli. Εάν γινόταν αυτό, μας λέει ο συγγραφέας, «τότε η Ελλάδα θα είχε το 64% του Αιγαίου, έναντι μεριδίου 10% που θα αναλογούσε στην Τουρκία εάν η Αγκυρα αποφάσιζε να κάνει χρήση του ίδιου δικαιώματος». Ενα άλλο «καυτό» θέμα είναι εάν τα ελληνικά νησιά δικαιούνται να έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, κάτι που η Τουρκία αρνείται σθεναρά, υιοθετώντας μια γεωφυσική προσέγγιση, η οποία λέει ότι αυτό δεν είναι δυνατό, λόγω της εγγύτητας των νησιών αυτών με τις τουρκικές ακτές. Ο Στεργίου θεωρεί πρόβλημα την ύπαρξη ενός κυρίαρχου εθνικισμού και στις δύο χώρες, ο οποίος μαξιμαλιστικά προωθεί το μέγιστο των διεκδικήσεών του, χαρακτηρίζοντας όποιον διαφωνεί ή επιδιώκει κάποιου είδους συναίνεση «εθνικό μειοδότη».
Με τα τελευταία δεδομένα της επιστήμης και τα μοντέλα για το μέλλον, η Μεσόγειος «εκτιμάται ότι θα είναι μία από τις περιοχές του πλανήτη που θα πληγούν δριμύτερα από την κλιματική αλλαγή, ιδίως όσον αφορά τις βροχοπτώσεις και τον υδρολογικό κύκλο». «Οι θερμοκρασίες» μας λέει ο συγγραφέας «αυξάνονται ταχύτερα κατά 20% από τον παγκόσμιο μέσο όρο, γεγονός που έχει ήδη απτές και σοβαρές συνέπειες», όπως έχουμε δει με τις μεγα-πυρκαγιές και στις δύο χώρες.
Στον Στεργίου δεν μπορεί να αποδοθεί «αφέλεια», γιατί γνωρίζει για ποιο πράγμα μιλάει: Υποστηρίζει ότι οι κλασικές γεωπολιτικές αναλύσεις είναι πλέον «ξεπερασμένες» και ότι το βλέμμα πρέπει να στραφεί στο μέλλον. Δεν είναι η πολιτική επιλογή αυτό που θα επιβάλει ίσως τη συνεργασία, αλλά η αδήριτη ανάγκη να αντιμετωπιστεί η κλιματική αλλαγή. «Ο κοινός αυτός εχθρός ίσως υποχρεώσει τις δύο πλευρές να συνεργαστούν στενά για πρώτη φορά στην ιστορία τους, σε πείσμα των γεωπολιτικών ανταγωνισμών και των ανησυχιών τους στον τομέα της ασφάλειας». Χωρίς ψευδαισθήσεις για τον μεγαλοϊδεατισμό του Ερντογάν, ο συγγραφέας προτείνει συγκεκριμένα μέτρα για την ανάληψη πρωτοβουλιών που θα οδηγούν, λόγω ενστίκτου επιβίωσης, στη συνεργασία και όχι στον αδιέξοδο ανταγωνισμό.
