Ο δρόμος προχωρά παράλληλα απ’ τη θάλασσα. Σε αρκετά σημεία βρίσκεσαι δίπλα της, ούτε ένα μέτρο από κει που σκάει το κύμα. Πιο κάτω περνάς για λίγο μέσ’ από λιοκτήματα. Οι ακριανές ελιές ποτίζονται απ’ το θαλασσινό νερό. Αραγε ο καρπός τους θα είναι γευστικότερος; Τους γλυκαίνουν τα συστατικά της θάλασσας; Ετσι είναι χαραγμένος ο δρόμος· απ’ τον μυχό του κόλπου, το Ντίπι, έως την είσοδό του· τον Αύλωνα. Οποιος τον πρωτοκάνει μένει έκθαμβος απ’ την ομορφιά της φύσης. Απ’ τη μια η θάλασσα του κόλπου κι απ’ την άλλη οι ατέλειωτοι ελαιώνες της Γέρας ώς εκεί που φτάνει το μάτι σου.
Στη διαδρομή συναντάς δυο-τρεις οικισμούς με λιγοστά σπίτια. Νομίζεις ότι επίτηδες τους πρόσθεσε το χέρι κάποιου ζωγράφου για να σπάσει το μπλε και το ασημοπράσινο της φύσης. Για την ώρα τα κτίσματα είναι λιγοστά, χωρίς ιδιαίτερες οικιστικές ανορθογραφίες. Ευτυχώς η κακώς νοούμενη «ανάπτυξη» δεν πέρασε από εδώ. Εκεί, λίγο πριν από το τέλος της διαδρομής ο δρόμος είναι σχεδόν στο ίδιο ύψος με τη θάλασσα.
Οι δυο ακτές του κόλπου πλησιάζουν, στενεύει τόσο ώστε νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε ποτάμι. Απ’ τη μια οι ελιές κι απέναντι ένας μικρός πευκώνας. Είναι το ψαροχώρι της περιοχής, οι Πύργοι. Ολόισια μπροστά σου είναι η είσοδός του. Μια θαυμάσια εικόνα της φύσης, απ’ αυτές που θέλεις να βλέπεις ξανά και ξανά. Μια στενή λωρίδα θάλασσας, πάνω στην οποία καθρεφτίζονται ελιές και πεύκα, παραέξω δυο βραχονησίδες. Την ώρα του απογεύματος βγαίνουν οι βάρκες για ψάρεμα, η μια δίπλα στην άλλη. Εκτός από τις αισθήσεις ευφραίνεται κι η ψυχή σου. Σ’ έναν περίπατο στην είσοδο του κόλπου ρώτησε ο παιδαγωγός Μίλτος Κουντουράς τον νεαρό ζωγράφο Στρατή Αξιώτη. «Τι αισθάνεσαι;». «Ενα άνοιγμα ψυχής», απάντησε ο Αξιώτης. «Μπράβο», του είπε ο Κουντουράς, «είσαι καλλιτέχνης!».
Στην είσοδο του κόλπου, στον κήπο της ταβέρνας «Αύλωνας», του φίλου Κώστα Αρτακιανού, συναντήθηκαν το Σαββατοκύριακο είκοσι έξι καλλιτέχνες, Ελληνες και ξένοι, με τα έργα τους, σε μια υπαίθρια έκθεση. Γλύπτες, ζωγράφοι, φωτογράφοι, με σπουδές αλλά και αυτοδίδακτοι, παρουσίασαν λάδια, ακουαρέλες, γλυπτά από μέταλλο, ξύλο και πηλό, φωτογραφίες κάτω από τους τεράστιους πλάτανους, τους ευκάλυπτους και τις ιερές ελιές. Οι ήχοι της μουσικής από τοπικό συγκρότημα ενώνονταν με τον ήχο των κυμάτων, το θρόισμα των φύλλων, χάιδευαν τα έργα κι όλους όσοι προστρέξαμε σ’ αυτό το ιδιαίτερο γεγονός. Τα χρώματα των πινάκων νόμιζες ότι ξεπετάγονταν από την παλέτα της φύσης, οι πήλινες κατασκευές από το χώμα. Οι φιγούρες των γλυπτών σε έπιαναν από το χέρι για μια ξεχωριστή περιήγηση στο εκθετήριο του γιαλού, στον Αύλωνα της τέχνης.
* συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
