Την ώρα που στο Αφγανιστάν επέστρεψαν αμαχητί οι Ταλιμπάν, γινόμαστε μάρτυρες ενός κυρίαρχου αφηγήματος που, όπως σημειώνει σε άρθρο της στο Al Jazeera η ακαδημαϊκός Σαχάρ Γκουμκχόρ, παραλείπει δεκαετίες ιμπεριαλιστικής βίας που βίωσαν Αφγανοί και Αφγανές με πρόσχημα «τη σωτηρία» τους.
Ενδεικτική αυτής της πολύπλευρης διάδρασης «ανθρωπισμού» και βίας είναι η έρευνα που έκανε η ίδια το 2006-2012 συνοδεύοντας χήρες στη μηνιαία διανομή τροφίμων στην Καμπούλ. Σαν σκηνή παρμένη από βιβλίο του Κάφκα, οι χήρες έπρεπε να αποδείξουν ότι άξιζαν τη βοήθεια, απαντώντας στις ίδιες ερωτήσεις κάθε μήνα, δίνοντας μια βεβιασμένη αφήγηση της ζωής και της χηρείας τους.
«Με τον καιρό, ανακαλύψαμε πως αν τους έλεγες ότι οι Ταλιμπάν σκότωσαν τον άντρα σου, έπαιρνες βοήθεια. Οχι όμως αν σκοτώθηκαν από τους Σοβιετικούς ή πέθαναν στους πολέμους της δεκαετίας του 1990 ή υπέκυψαν νέοι σε ιάσιμες νόσους, το στρες ή τη χρήση ηρωίνης. Τους ένοιαζε μόνο αν οι Ταλιμπάν μάς έκαναν χήρες», έλεγε μια γυναίκα στην ερευνήτρια. Κι έτσι άρχισαν να αλλάζουν τις ιστορίες τους για να επιβιώσουν εξασφαλίζοντας την «ανθρωπιστική μέριμνα» μιας κατοχικής δύναμης.
Υπήρξαν τουλάχιστον 17 χρόνια βίας πριν από τους Ταλιμπάν, αλλά ήταν ασήμαντη για τους ανθρωπιστές ιμπεριαλιστές που τις «έσωζαν», θυμίζει η συγγραφέας του δοκιμίου «Η πολιτική ψυχολογία της μαντίλας». Αλλά η παρουσία των Ταλιμπάν εργαλειοποιείται ώστε να συσκοτιστεί ή και να απαλειφθεί από την Ιστορία η βία πολλών ετών που προηγήθηκε και ακολούθησε.
«Κι έτσι, αποκτούμε την αίσθηση ότι οι θάνατοι που προκάλεσαν οι Ταλιμπάν είναι πιο “θανάσιμοι” από τους θανάτους Αφγανών από αμερικανικά ντρόουν και βομβαρδισμούς, από τα εκπαιδευμένα από τη CIA τάγματα θανάτου των πολιτοφυλακών ή από εκείνους που πολλαπλασιάζονται ενώ Αφγανοί επιχειρούν να διασχίσουν τόσα σύνορα και έρχονται αντιμέτωποι με την άλλη πλευρά της ίδιας ρατσιστικής, εμμονικής με την ασφάλεια και στρατιωτικοποιημένης δομής από την οποία δραπετεύουν».
