Μπορεί η Ελλάδα, λόγω διαφορετικών ιστορικών συνθηκών, να μην αποτελεί τον «αδύναμο κρίκο στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα», όπως η Ρωσία στις αρχές του περασμένου αιώνα, είναι όμως αναμφίβολα ένα σταυροδρόμι στο οποίο συναντώνται και συγκρούονται τεράστια υπερεθνικά συμφέροντα, σύγκρουση από την οποία θα διαφανεί εν πολλοίς προς τα πού οδεύει το μέλλον των ευρωπαϊκών λαών.
Τα διάφορα κέντρα του καπιταλισμού (ΗΠΑ, Ιαπωνία, BRICS κ.λπ.) έχουν στραμμένα τα βλέμματα στην Ευρώπη, αφού θεωρούν τη γηραιά ήπειρο ως τον πιο επιρρεπή από τους ανταγωνιστές να ρίξει και πάλι το διεθνές σύστημα στη δίνη μιας νέας, μεγαλύτερης αυτή τη φορά, κρίσης. Εξ ου και το ενδιαφέρον για παράδειγμα της Ουάσινγκτον, η οποία τις τελευταίες μέρες «πυροβολεί» κατά βούλησιν το Βερολίνο, το οποίο με τη γνωστή κοντόφθαλμη και εμμονική τακτική της δημοσιονομικής πειθαρχίας απειλεί να βουλιάξει ολόκληρη την Ευρώπη στην ύφεση και, τελικά, στην κοινωνική καταστροφή.
Η πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα και η στάση της νέας κυβέρνησης πυροδοτούν στο εσωτερικό της Ε.Ε. μια συζήτηση για την ακολουθητέα οικονομική πολιτική και για το μοντέλο της κοινωνικής οργάνωσης, αλλά, κυρίως, αποτελούν ένα ad hoc «κακό παράδειγμα» για τους ευρωπαϊκούς λαούς του Νότου, οι οποίοι υποφέρουν από την εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου δόγματος γερμανικής κοπής. Ως εκ τούτου αυτά που διακυβεύονται για όλους είναι πολλά.
Η γερμανική πλεονεξία και επιθετικότητα απειλεί να αποσταθεροποιήσει εντελώς τις μέχρι σήμερα ισορροπίες και να προκαλέσει μια νέα θεαματική είσοδο των «επικίνδυνων τάξεων» στο προσκήνιο της Ιστορίας. Το ζητούμενο φυσικά είναι υπό ποια ηγεσία, αφού η παρατεταμένη παρακμή και εκπτώχευση των κοινωνιών φέρνει στην επιφάνεια τόσο την Αριστερά (σε διάφορες εκδοχές), όσο και την ακροδεξιά (σε όλες τις αποχρώσεις, με χειρότερη εκείνη του μαύρου).
Φαίνεται ότι οι ευρωπαϊκές ελίτ, προκειμένου να αποτρέψουν τον εξ αριστερών κίνδυνο, δεν αποκλείουν σε πρώτη φάση τη μετατόπιση σε κάποιο καθεστώς «ήπιας λιτότητας» υπό ευρωπαϊκή επιτήρηση, κίνηση που πιθανώς θα εξωραΐσει την οικτρή σημερινή εικόνα. Ωστόσο, εάν κάποιος ακούσει πιο προσεκτικά όσους σήμερα αβαντάρουν τον ΣΥΡΙΖΑ -από τον Ομπάμα έως διάφορους Ολάντ και Ρέντσι- θα διαπιστώσει ότι παράλληλα με το αίτημα για χαλάρωση της λιτότητας θέτουν και ένα «αναγκαίο» προαπαιτούμενο: τη συνέχιση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Τι σημαίνουν αυτές το γνωρίζουμε όλοι καλά: περαιτέρω άνοιγμα των αγορών, αποδιάρθρωση της αγοράς εργασίας, ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων κοινωφελών υπηρεσιών, αλλά και του ασφαλιστικού συστήματος.
Είναι αυτονόητο ότι συμμαχίες πρέπει να γίνουν, προκειμένου να μπουν οι αναγκαίες «σφήνες» στις σχέσεις μεταξύ των βασικών παικτών του παιχνιδιού. Ομως μέχρι εκεί. Κανείς δεν πρέπει να σπέρνει ψευδαισθήσεις ότι μπορεί να οικοδομηθεί ένα μπλοκ αντι-λιτότητας με τις κυρίαρχες αστικές δυνάμεις της Ευρώπης ή των ΗΠΑ. Και πολύ περισσότερο χωρίς τη συμμετοχή των πολιτών και χωρίς μια συμμαχία με τους μαχόμενους Ευρωπαίους κατά των κυβερνήσεών τους.
Θα προσυπέγραφα πλήρως την προχθεσινή ανακοίνωση της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ που αναφέρει ότι «σ’ αυτή την προσπάθεια της κυβέρνησης κρίσιμη είναι η ενεργή παρουσία και παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα», καθώς «η κοινωνία πρέπει να είναι παρούσα, να ελέγχει και να συνδιαμορφώνει την ασκούμενη πολιτική». Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ θα αξιοποιήσει αυτή την κρίσιμη παράμετρο, μένει να αποδειχτεί. Για το καλό όλων μας.
