Κώστας Τσουπαρόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Καθόλου εύκολη υπόθεση δεν είναι η επανεκκίνηση των επενδύσεων στη χώρα μας, που έγινε πια και στόχος της κυβέρνησης, από τους πρωταρχικούς, μαζί με τη μείωση της ανεργίας και την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους.

Η «επανεκκίνηση» όμως (έγινε και τίτλος της ημερίδας του Ινστιτούτου ΙΝΕΡΠΟΣΤ, με ψυχή της τη Λούκα Κατσέλη) γίνεται ακόμη δυσκολότερη όχι μόνο γιατί δεν έχουν εξευρεθεί τα αναγκαία κεφάλαια, αλλά και γιατί πρέπει να καλυφθεί το αναπτυξιακό κενό που προκάλεσε η οκταετία των μνημονίων, έτσι ώστε να ξεκινήσει η ανοδική πορεία της οικονομίας.

Ενα 25% του εθνικού εισοδήματος «χάθηκε», εξανεμίστηκε, μεταφέρθηκε στα θησαυροφυλάκια των δανειστών, ακόμη και στις ελβετικές τράπεζες ή σε φορολογικούς παραδείσους και είναι αβέβαιο αν και πότε θα παραχθεί με επενδύσεις και εξαγωγές (για τον ρόλο της ζήτησης και της αγοραστικής δύναμης στην ενίσχυση της αναπτυξιακής διαδικασίας ούτε λόγος δεν γίνεται δυστυχώς ακόμη από την κυβερνητική πλευρά).

Ανάμεσα στα κύρια θέματα της ημερίδας ξεχώρισε αυτό των κεφαλαίων που χρειάζεται η επενδυτική επανεκκίνηση.

Ο Βικέντιος Αρσένης (εκ των συντονιστών ενός πάνελ επιχειρηματιών) ανέφερε ότι μέχρι στιγμής έχουν συνταχθεί δύο σημαντικές εκθέσεις.

Η πρώτη, της ελεγκτικής-μελετικής εταιρείας PwC, τονίζει ότι για να επιτευχθούν ικανοποιητικοί ρυθμοί ανάπτυξης τα επόμενα 6 χρόνια χρειάζονται 270 δισ. ευρώ.

Αν αφαιρεθούν κοινοτικές εισροές ΕΣΠΑ κλπ. προκύπτει ένα έλλειμμα ύψους 155 δισ. ευρώ, το οποίο πρέπει να καλυφθεί με κεφάλαια που θα προέλθουν μόνο από το εσωτερικό.

Η έκθεση της Eurobank αναφέρει ότι η ελληνική οικονομία χρειάζεται επενδυτικά κεφάλαια 80 δισ. ευρώ για να φτάσουμε στα επίπεδα του 2010. Και αυτά τα κεφάλαια θα έρθουν μόνο από το εξωτερικό.

Η αίθουσα του κτιρίου Καρατζά της Εθνικής Τράπεζας «πάγωσε» κυριολεκτικά από το ύψος των κεφαλαίων που απαιτούνται. Από πού θα βρεθούν; Και αν δεν βρεθούν;

Πυροσβεστικά παρενέβη στη συζήτηση η Λούκα Κατσέλη. Πετιούνται, είπε, νούμερα που με εκπλήσσουν. Οχι 150, όχι 80, όχι 270.

Ας αρχίσουμε λιθαράκι λιθαράκι και από την επανάκτηση της εμπιστοσύνης και από την απενοχοποίηση του επιχειρείν. Εκατό δισ. ευρώ στη δεκαετία είναι αρκετά.

Αλλά χρειάζεται παράλληλα, πρόσθεσε, ένα ξαναγύρισμα σε ενεργό βιομηχανική πολιτική, με το μερίδιο της μεταποίησης να γίνεται 12% στο ΑΕΠ από 8,5% σήμερα.

Κάτι που ζήτησε και ο παριστάμενος πρόεδρος των Βιομηχάνων Βορ. Ελλάδος, Θ. Σαββάκης, που το επανέλαβε και στο Θεσσαλονίκη Summit, το οποίο τίμησαν με την παρουσία τους οι Αλ. Τσίπρας και Κυρ. Μητσοτάκης. «Η Ελλάδα», τόνισε ο ενθουσιώδης υπέρ ενός αναπτυξιακού μπουμ κ. Σαββάκης, «δεν είναι μόνο οι τουριστικές περιοχές αλλά και η ξεχασμένη Β. Ελλάδα, γιατί αφήσαμε τη βιομηχανία και βιοτεχνία στο έλεος του ανταγωνισμού».

Από τις επιχειρήσεις που υπήρχαν το 2010 και ιδρύθηκαν στα επόμενα 17 χρόνια στη ΒΙΠΕ Θεσσαλονίκης έβαλε λουκέτο το 70%, στον Εβρο το 63%, στο Κιλκίς το 50%, στη Ροδόπη το 34% και στα Γιάννενα το 22%.

Το αγωνιώδες, όμως, ερώτημα παρέμεινε στην αίθουσα του συνεδρίου: Ποιος θα εξεύρει αυτά τα χρήματα και θα τα τοποθετήσει στην ελληνική οικονομία;

Παρενέβη στη σχετική συζήτηση (όπου οι εκπρόσωποι των τραπεζών παρουσίαζαν σειρά επιχειρημάτων για τη δυσκολία εξεύρεσης κεφαλαίων, με αναφορές κυρίως στην «πληγή» των «κόκκινων» δανείων) ο καθηγητής Γερ. Σαπουντζόγλου.

Δεν θα έπρεπε, έθεσε το ρητορικό ερώτημα, να κινηθούν οι τράπεζες για την εξασφάλιση αυτών των κεφαλαίων και τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων;

«Δεν θα έπρεπε να προχωρήσουν στις γνωστές μεθόδους μόχλευσης», που πολλαπλασιάζουν τις ευεργετικές συνέπειες των διαθέσιμων πόρων;

Η γενική αίσθηση ήταν ότι οι τράπεζες δύσκολα μπορούν να αποδεχθούν έναν σημαίνοντα ρόλο στην επενδυτική επανεκκίνηση. Ισως γι’ αυτό και η Λούκα Κατσέλη, αναλύοντας τα συμπεράσματα της ημερίδας, ζήτησε «να σπάσει η αδράνεια των τραπεζών και να εργαστούν για να προσελκύσουν ξένα κεφάλαια».

Η πρώην υπουργός παραδέχθηκε ότι οι τράπεζες δεν έχουν δεξιότητες και διάθεση να κινηθούν για εξεύρεση κεφαλαίων και για αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων που έχουν χρηματοδοτήσει. Αλλά και τα τραπεζικά στελέχη είχαν τις δικαιολογίες τους, ορισμένες από τις οποίες φαντάζουν λογικές.

Η διαχείριση των «κόκκινων» δανείων είναι μια πρόκληση. Ομως πρόκληση είναι και η απάλειψη του φόβου των τραπεζικών στελεχών να διωχθούν για τη χορήγηση δανείων, ενώ πρέπει να προσδιοριστούν και οι πηγές των τραπεζικών κερδών στο προσεχές μέλλον.

Οι καταθέσεις θα καρκινοβατούν για αρκετό καιρό, άρα οι τράπεζες θα «σωθούν» και θα στηρίζουν και τις επιχειρήσεις μόνο προσφεύγοντας στα διεθνή κεφάλαια.

Ακόμη και αν έλθουν τα διεθνή κεφάλαια -υπάρχει, απ’ ό,τι φαίνεται, έντονο ενδιαφέρον- ελλοχεύουν κίνδυνοι.

Ο οικονομολόγος Jeromin Zettlemeyer, δεξί χέρι του Ζίγκμαρ Γκάμπριελ και μέχρι πρότινος διευθυντής του γραφείου του, ανέλυσε στην ημερίδα τρία σενάρια για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους και την εξ αυτών προσδοκώμενη κάθοδο των μυρίων κεφαλαίων στην Ελλάδα.

Είναι το καλό σενάριο, όπου τα πάντα γίνονται κατ’ ευχήν της ελληνικής κυβέρνησης. Ερχεται δηλαδή η «άνθηση».

Το δεύτερο σενάριο είναι ότι οι δανειστές κωλυσιεργούν και δεν προχωρούν τα πράγματα, άρα και η οικονομία κινείται μεταξύ δυστυχίας και προσμονών.

Το τρίτο σενάριο είναι να πάμε σε μικροτροποποιήσεις στον δανεισμό της χώρας, που, όμως, θα δώσουν ευκαιρίες. Οι επενδυτές θα έλθουν, αλλά θα τοποθετηθούν πρόσκαιρα.

Και όταν αυξηθούν στην ευρωζώνη και διεθνώς τα επιτόκια, θα σηκωθούν και θα φύγουν. Και τότε επακολουθεί νέα κρίση.

Δεν ακούστηκαν γκρίνιες και κοινοτοπίες. Υπήρξαν υψηλού επιπέδου προτάσεις (που θα τεθούν υπόψη της κυβέρνησης και των κομμάτων) από επιχειρηματίες και τραπεζικά στελέχη, μακριά από τη σοβούσα κομματική αντιπαράθεση.

Συνάντησε πρόσφορο έδαφος η πρόταση Κατσέλη για δημιουργία μιας ανεξάρτητης Εθνικής Επιτροπής Επενδύσεων και ενός Παρατηρητηρίου αξιολόγησης πολιτικής (πώς υλοποιείται π.χ. ένας νόμος, μια απόφαση για κίνητρα) με το βλέμμα στραμμένο όχι μόνο στην εισροή κεφαλαίων, αλλά στο αποτέλεσμα.

Και «αφέθηκε» στον πρωθυπουργό να την υλοποιήσει. Στο άλλο αγωνιώδες ερώτημα «είναι η Ελλάδα επενδυτικός προορισμός;», η απάντηση ήρθε αυθόρμητα: «Μπορεί να γίνει».