Εψαχνα μια βίδα. Η αλήθεια είναι πως τώρα που βλέπω γραμμένη αυτή την πρόταση, κατανοώ απολύτως πως εύκολα μπορεί να παρεξηγηθεί, ειδικά αν λάβουμε υπόψη μας και από ποιον είναι γραμμένη. Το παρακάμπτω και συνεχίζω: Πραγματικά έψαχνα μια βίδα! (αδύνατον – δεν σώζεται με τίποτα)… Μια βιβλιοθήκη είχε χαλάσει. Απ’ αυτές που σε γεμίζουν ενοχικά σύνδρομα γιατί ξέρεις πως ποτέ δεν πρόκειται να τη διαβάσεις ολόκληρη, παρ’ όλα αυτά την αγαπάς. Και αυτή και τις ενοχές σου. Και οι δύο παλαιού τύπου.
Και καλά οι ενοχές. Αλλά όταν η βιβλιοθήκη δεν είναι προϊόν copy – paste μαζικής παραγωγής πρώην οπαδών του Χίτλερ, τότε η βίδα που της λείπει (της βιβλιοθήκης πάντα) πρέπει να αναζητηθεί «εκτός σωρού». Δηλαδή, σε ειδικό μαγαζί. Κοινώς, άντε βρες την!
Τι να κάνω, που ανήκω στην καταραμένη γενιά των 30. Σε αυτήν που πρόλαβε τις εικόνες από τους ηλικιωμένους που συνομιλούσαν κάθε απόγευμα στο πάρκο, που είδε χαμηλά σπίτια με αυλές, που πληρωνόταν στα κάλαντα με δραχμές, που δεν είχε κινητό στο προνήπιο, ούτε διαδίκτυο στο Δημοτικό και διάβαζε γυρίζοντας κανονικά, με το χέρι, το χάρτινο φύλλο του βιβλίου. Δυστυχώς, ανήκω στην τελευταία γενιά που έχει τέτοιες μνήμες, που ενηλικιώθηκε στο μιλένιουμ και ακόμα στέκεται σ’ εκείνο το ρημαδιασμένο μεταίχμιο του «τότε» και του «τώρα», που δεν προλαβαίνω με τίποτα.
Τω καιρώ εκείνω, λοιπόν, θυμάμαι πως υπήρχαν ακόμα μαγαζιά, το καθένα με την ιδιαίτερη πραμάτεια του. Ενα από αυτά ήταν, μέχρι πριν από πέντε χρόνια, και στη γειτονιά μου: ένα βιδοκατσαβιδομάγαζο, όπου μπορούσες να βρεις ό,τι χρειαζόσουν. Οχι ό,τι ήθελε κάποιος (δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας, πρώην οπαδός του Χίτλερ) / κάποιο (νεοφιλελεύθερο σύστημα που βάζει τους νεοναζιστές στα Κοινοβούλια) / κάποιοι (ηλίθιοι εγκλωβισμένοι κι εγώ δεν ξέρω σε τι σκοτεινά υποσυνείδητα, που επιτρέπουν όλα τα παραπάνω). Ο,τι εσύ χρειαζόσουν.
Η διαφορά ανάμεσα στο «τι χρειάζομαι» και στο «τι μου προσφέρουν» είναι αυτό το ρημαδομεταίχμιο, το οποίο προανέφερα. Αυτός ο πανικός του σχοινοβάτη (η μοναξιά του, δεν φτουράει πια), που αλλού πατάει και αλλού βρίσκεται. Βλέπεις, και ο δημόσιος χώρος έχει μεταλλαχθεί. Εχει σχεδόν αλλάξει φύλο. Κυριολεκτώ. Δεν τα λέω εγώ, οι κοινωνιολόγοι τα λένε (χρόνια τώρα).
Θέμα φύλου ήταν μέχρι τον 19ο αιώνα ο δημόσιος χώρος: ήξερες πού θα συγκεντρώνονταν οι άντρες και πού οι γυναίκες. Με τη βιομηχανική επανάσταση και την έξαρση των πρώτων καπιταλιστικών μας παρορμήσεων, τότε άρχισαν τα «ανακατωμένα». Τα «μπεν μιξ» της συλλογικής κατανάλωσης. Της σύγχρονης, μονοφυσίτικης αγιοσύνης: «πούλα μου πασά μου, ν’ αγιάσω». Τι ήταν να τον αφήσεις έκθετο τον αστό μπροστά στα καλούδια των αγορών; Πάει, τον έχασες (στις γωνίες και στους δρόμους, με συντρόφους, ξιπασμένους μιμητές), να διάγει αυτό που ο Γκι Ντεμπόρ ονόμαζε «επαυξημένη επιβίωση».
Και κάπως έτσι έρχεται και ο δημόσιος χώρος και μεταλλάσσεται, μέσα από τους μετασχηματισμούς των χώρων κατανάλωσης. Πριν βιδοκατσαβιδομάγαζο, τώρα mall. Και κάπως έτσι, σου βγαίνει ο πάτος για να βρεις μια βίδα. Και κάπως έτσι, έρχεται η μαζική παραγωγή της παγκόσμιας αγοράς και χορεύει «ένα φράγκο η βιολέτα» παρέα με τα ΛΜΑΤ (λούμπεν μικροαστική, πλέον, τάξη) και τα ΚΔΩΑ (κτηνώδης δύναμη – ωγκώδης άγνοια). Κι εμείς οι υπόλοιποι, έξω απ’ τον χορό, να τραγουδάμε το ρεφρέν: «τσιγκολελέτα, τσιγκολελέτα».
Ποιος το ‘πε πως είμαστε το σύνολο των επιλογών μας; Μ’ αυτόν που το ‘πε (κάποιος σπουδαίος θα ‘τανε, που αδυνατώ ωστόσο να θυμηθώ) μεγάλη διαφωνία έχω. Εμ, κύριε απαυτέ μου, δεν είμεθα το σύνολο των επιλογών μας. Αυτές ετεροκαθορίζονται. Το σύνολο των αμαρτιών μας – αυτό είμαστε.
Πάλι καλά δηλαδή. Το κακό είναι όταν νομίζουμε ότι είμαστε αναμάρτητοι. Οταν νομίζουμε (από μόνοι μας ή με τη βοήθεια του φιλοθεάμονος κοινού) ότι είμαστε θεοί. Εκείνοι δώδεκα κι εμείς ένα ακόμα… νούμερο.
…Με τα πολλά (με τα πολλά όμως!), τη βρήκα τη λασκαρισμένη βίδα. Πήρα και καμιά δεκαριά ακόμη, έτσι για καλό και για κακό.
