Η εμπλοκή των ποινικών στη δράση των ένοπλων ομάδων δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Όλες οι οργανώσεις και ιδιαίτερα αυτές που είχαν μαζικά χαρακτηριστικά, π.χ οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, είχαν σχέσεις με τους ποινικούς, μερικές φορές στρατολογούσαν και άτομα απ’ αυτήν την περιοχή, ιδιαίτερα εκείνα που είχαν ριζοσπαστικοποιηθεί κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού τους στις φυλακές.
Η ανάγκη τον πρώτο καιρό να εκπαιδευτούν τα μέλη των οργανώσεων στην παρανομία, να μάθουν τη χρήση των όπλων, τις τεχνικές για την κατασκευή πλαστών ταυτοτήτων, την κλοπή αυτοκινήτων και τη ληστεία τραπεζών, ήταν αυτή που υποχρέωσε τις ένοπλες ομάδες να έρθουν σε επαφή με τους ποινικούς προκειμένου να αποκτήσουν τη σχετική «τεχνογνωσία».
Ωστόσο, η συνεργασία, με ευθύνη των οργανώσεων, έμεινε αυστηρά σ’ αυτό το επίπεδο. Για παράδειγμα, ποτέ δεν θα ανέθεταν οι ένοπλες οργανώσεις αυτού του πολιτικού προσανατολισμού σε ποινικούς να ληστέψουν τράπεζα, να τοποθετήσουν βόμβες ή να τιμωρήσουν παραδειγματικά κάποιον εκπρόσωπο του συστήματος για λογαριασμό τους.
Η ανάθεση δεν ήταν στη λογική τους. Αφού υποστήριζαν ότι ο στόχος τους ήταν η ανατροπή του καπιταλισμού και η οικοδόμηση μιας κοινωνίας με ελευθερία και δικαιοσύνη δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν στο ακροατήριο που απευθύνονταν τη συνεργασία τους με τους ποινικούς.
Αυτή η επιλογή υπαγορεύθηκε και για λόγους ασφαλείας. Ο ποινικός χώρος είναι ευάλωτος στις πρακτικές διείσδυσης των διωκτικών αρχών και κάτω από πίεση, εκβιασμούς και υποσχέσεις για ευνοϊκή μεταχείριση, μπορεί να σπάσει και να συνεργαστεί.
Αυτή ήταν η αντίληψη της 17Ν, του ΕΛΑ και ορισμένων άλλων οργανώσεων με συναφή ιδεολογία που έδρασαν στην Ελλάδα και ήταν ένας από τους λόγους που μακροημέρευσαν.
Τα τελευταία χρόνια πάντως από το καθεστώς της χαλαρής σχέσης έχουμε πάει στους στενούς δεσμούς. Και το κυριότερο; Σε πολλές περιπτώσεις δημιουργείται η εντύπωση ότι το πάνω χέρι το έχουν οι ποινικοί.
