Τι είναι η λογοτεχνία; Σε τι χρησιμεύει; Πόσες φορές άκουσα να μου απευθύνει αυτές τις ερωτήσεις, σε τόνο πότε επιτακτικό και πότε παρακλητικό, ένας νεαρός φίλος στις αρχές των αναγνωσμάτων του και ήδη γεμάτος από την περιέργεια γι’ αυτόν τον κόσμο που η λογοτεχνία ανοίγει στη φαντασία.
Πάντα προσπαθούσα να του απαντήσω όσο το δυνατόν πιο απλά, επιχειρώντας να τον κάνω να καταλάβει ότι το τι είναι λογοτεχνία και σε τι χρησιμεύει, είναι κάτι που το μαθαίνουμε μόνοι μας, με τον καιρό, και κανείς δεν μπορεί να μας το διδάξει.
«Αφιέρωσα τη ζωή μου στη λογοτεχνία», είπε ο Μπόρχες λίγες μέρες πριν πεθάνει, «αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι τη γνωρίζω∙ δεν θα επιχειρούσα να δώσω έναν ορισμό, γιατί για μένα παραμένει πάντα μυστηριώδης και ευμετάβλητη σε κάθε μια από τις γραμμές που διαβάζω και γράφω».
Πάντως, για να μην αποφύγω τις ερωτήσεις εκείνου του νεαρού τού έλεγα: Προσπάθησε να φανταστείς τι θα συνέβαινε αν ξαφνικά έχανες τη μνήμη, τη μνήμη του παρελθόντος σου.
Αν ποτέ συνέβαινε αυτό δεν θα ήξερες ούτε ποιος είσαι, θα έπεφτες σε μια κατάσταση πνευματικής σύγχυσης, σε ένα κενό χωρίς κανένα σημείο αναφοράς όμοιο μ’ εκείνο της παράνοιας.
Είναι συχνές αυτές οι περιπτώσεις, αρκεί να διαβάσουμε τις εφημερίδες. Για να μάθουμε ποιοι είμαστε είναι ανάγκη να μάθουμε ποιοι υπήρξαμε, κι αυτή η μνήμη χρησιμεύει στο να διατηρήσουμε την ταυτότητά μας.
Η λογοτεχνία είναι η μνήμη μας, μια μνήμη που αφορά όλους μας, ατομική και συλλογική. Αλλά τι είδους μνήμη είναι;
Οχι βέβαια η μνήμη περασμένων γεγονότων, όπως μάχες, πόλεμοι και συνθήκες ειρήνης –αυτά μας τα διηγείται η Ιστορία– αλλά η μνήμη που οι άνθρωποι, από σήμερα μέχρι τον Ομηρο και πριν από τον Ομηρο, αισθάνθηκαν, ονειρεύτηκαν, φαντάστηκαν.
Η μνήμη των παθών τους και των συγκινήσεών τους, η μνήμη αυτών που αγάπησαν, υπέφεραν, ήλπισαν κατά τη διάρκεια της ζωής τους και του καιρού τους, το νόημα που της έδωσαν, και κυρίως η γλώσσα με την οποία την εξέφρασαν και μας τη μεταβίβασαν.
Μόνο μέσα από αυτή τη μνήμη που έγινε λογοτεχνία μπορούμε να καθορίσουμε μια σχέση με τον φανταστικό κόσμο των ανθρώπων που προπορεύτηκαν, με τη φαντασία τους και τις πιο μύχιες σκέψεις τους, και μόνο έτσι θα μάθουμε ποιοι πραγματικά είμαστε.
Δεν αρκεί να ξέρουμε, όπως λέει η Ιστορία, ότι η Τροία πολιορκήθηκε για δέκα χρόνια και μετά καταστράφηκε από τους Ελληνες. Περισσότερο μας ενδιαφέρουν τα πάθη των ηρώων που πολέμησαν κάτω από τα τείχη.
Η οργή του Αχιλλέα, η αρετή του Εκτορα, η πονηριά του Οδυσσέα. Κι αυτό μας το λέει η λογοτεχνία. Εξάλλου υπάρχουν αυτοί που υποστηρίζουν ότι ο πόλεμος της Τροίας έγινε μόνο όταν την τραγούδησε ο Ομηρος ή, ακόμη, επειδή ο Ομηρος την τραγούδησε με τους στίχους του.
Κι αυτό είναι η λογοτεχνία.
* ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ
