Μια φορά κι έναν καιρό σε κάποια χώρα της Ευρώπης, γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1960, ήρθε και η τηλεόραση, με αρκετή καθυστέρηση με άλλες χώρες.
Εδειχνε εικόνα που συνδυαζόταν με ήχο, δηλαδή ομιλούσα εικόνα, και αυτό άρεσε πολύ στον κόσμο που την παρακολουθούσε, ο οποίος αυξανόταν ολοένα και περισσότερο αριθμητικά, διαμορφώνοντας αυτό που λέμε τώρα, ύστερα από αρκετά χρόνια, το ακροατήριο της τηλεόρασης.
Δύο τηλεοπτικοί σταθμοί ήταν αυτοί που εξέπεμπαν, και οι δύο υπό τον άμεσο έλεγχο του κράτους. Μαζί με την τηλεόραση ήρθε και η διαφήμιση στην τηλεόραση.
Συνδυάζοντας ήχο και εικόνα, υποσχόταν τον ουρανό με τ’ άστρα γι’ αυτούς που θα έβαζαν το χέρι στην τσέπη για να αγοράσουν αυτό που διαφημιζόταν.
Μαζί με τη διαφήμιση, διαμορφώθηκε βαθμιαία στο τηλεοπτικό ακροατήριο και μια θετική -έως πολύ θετική- εικόνα γι’ αυτά που διαφημίζονταν, στην αρχή ελληνικά αλλά αργότερα σχεδόν αποκλειστικά εισαγόμενα, που οδήγησαν έπειτα από ελάχιστες δεκαετίες στο κλείσιμο των εγχώριων βιομηχανιών.
Αυτό θα το καταλάβαινε αρκετά αργά το τηλεοπτικό ακροατήριο, όταν ήρθαν οι μαύρες μέρες. Γιατί η επέκταση των βιομηχανιών των μεγάλων χωρών συνεπαγόταν το κλείσιμο των (αντίστοιχων) βιομηχανιών των μικρών χωρών.
Και όχι μόνο αυτό – η τηλεόραση στάθηκε το κυριότερο μέσο μεταβολής του φαντασιακού των κατοίκων αυτής της χώρας, ώστε να ευθυγραμμιστεί με τις στρατηγικές (πολιτικές, οικονομικές και άλλες) επιδιώξεις των μεγάλων χωρών.
Κάποια στιγμή, προς το τέλος της δεκαετίας του ’80, ύστερα από αντίστοιχες πιέσεις από πολύ μεγαλύτερες χώρες, δόθηκε η ευκαιρία στο ιδιωτικό κεφάλαιο να ανοίξει και αυτό τηλεοπτικούς σταθμούς.
Για να το περάσουν χωρίς πολλές αντιρρήσεις από το τηλεοπτικό ακροατήριο, που τώρα πλέον ήταν όλος ο πληθυσμός της χώρας, το ονόμασαν απορρύθμιση.
Αυτό κράτησε λίγες δεκαετίες, και οι ιδιώτες που είχαν τηλεοπτικούς σταθμούς ονομάστηκαν καναλάρχες. Κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και για σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά τα έσοδα από τη διαφήμιση στην τηλεόραση (και όχι μόνο) ανέβαιναν κάθε χρόνο, οι καναλάρχες απέκτησαν και πολιτική ισχύ και κατάφεραν να υπαγορεύουν σε μεγάλο βαθμό τις θελήσεις τους στην κεντρική εξουσία.
Οι κυβερνήσεις μετέθεταν συνεχώς χρονικά τη νομιμοποίηση της λειτουργίας τους, πράγμα που κατάφεραν για σχεδόν τρεις δεκαετίες.
Μαζί με την πολιτική ισχύ οι καναλάρχες απέκτησαν και την εικόνα του ανίκητου και πανίσχυρου. Βέβαια οι μαύρες μέρες για τη χώρα αυτή άρχισαν να φαίνονται πολύ καθαρά κατά τα τέλη της δεκαετίας του 2000, μαζί με την πολύ σημαντική πτώση της διαφήμισης και τα αυξανόμενα (οικονομικά και άλλα) προβλήματα των καναλαρχών, πράγμα που τους έκανε τέως πανίσχυρους.
Στο μεταξύ μια νέα τεχνολογία, το διαδίκτυο, προέλαυνε διαρκώς, και τελικά κατά τη δεκαετία του 2010 η κοινωνία αυτής της χώρας χωρίστηκε σε δύο κομμάτια: στους 15-34 ετών και στους 55+ ετών.
Τα ενδιάμεσα ηλικιακά τμήματα αποκτούσαν τις συνήθειες της ομάδας που βρισκόταν πιο κοντά τους από τις δύο προηγούμενες μεγάλες ομάδες.
Αυτή η κατάσταση ήταν κοινή για τις περισσότερες χώρες στην Ευρώπη. Οι 15-34 χρησιμοποιούσαν ολοένα και περισσότερο το διαδίκτυο, ενώ οι 55+ την τηλεόραση.
Οι παθογένειες της τηλεόρασης μεταφέρθηκαν στο διαδίκτυο, παράλληλα με τη διόγκωση της αναξιοπιστίας σε όλα τα ΜΜΕ, και κυρίως στην τηλεόραση.
Ωστόσο, το όποιο «κύρος» των καναλαρχών χτίστηκε με την τηλεόραση, η οποία σαφώς αιμορραγεί σε όρους ακροατήριου και αξιοπιστίας, και η πρώην «δύναμή» της να επηρεάζει φθίνει και θα συνεχίζει να φθίνει στα χρόνια που έρχονται.
Και αυτό που πολύ δύσκολα μπορεί να καταλάβει ένας κανονικός άνθρωπος είναι το ερώτημα: «Γιατί τόσα παλικάρια σφάζονται για “ένα πουκάμισο αδειανό” στις ημέρες μας;».
