«Οποιος δεν έχει νανουριστεί με ήχο σταγόνων ήσυχης βροχής σε λαμαρένια στέγη, έχει ζήσει μισή ζωή». Αυτό γράφει ο Θανάσης Γερμανίδης, εκ Φλωρίνης ορμώμενος, όπως θα έλεγε παλιός μου καθηγητής, των ορεινών, υποφωτισμένων διαδρομών, θα προσέθετα.
Θα συμφωνήσω μαζί του. Η μουσική της λαμαρίνας αντικαθιστούσε για τους φτωχούς την ακουστική συμμετοχή σε συμφωνική συναυλία. Η εναλλαγή του ήχου προκαλούσε άφατη αγαλλίαση αλλά και εξάλλαξη του εαυτού. Ενιωθες να ταυτίζεσαι με έναν ήχο φυσικό, μυστηριακό που ταύτιζε τον ακροατή/τρια με μια μυσταγωγική μέθεξη.
Ωστόσο, όλες αυτές οι στιγμές που περιγράφει ο Γερμανίδης από τη ζωή στο χωριό του, τον Τροπαιούχο της Φλώρινας, είναι εκείνες που γλυκαίνουν νοσταλγικά τις μικρές αφηγήσεις (Εκ Βαθέων, 2025) όσων έζησε ζώντας σε μια γλωσσική μεθόριο, βαδίζοντας σ’ ένα δύσβατο πολιτισμικό μονοπάτι.
Η επιστροφή στην παιδική του ηλικία είναι μια τολμηρή απόφαση να δείξει τις πληγές του, την αντιμετώπισή του ως πολίτη δεύτερης κατηγορίας, αν όχι «εξορισμένου» στα κράσπεδα των εμφορουμένων από εθνική καθαρότητα. Αποφασίζει να δημοσιοποιήσει όσα του έκαιγαν τα σωθικά. Ως μια οφειλή στον θείο που ξενιτεύτηκε στην Αυστραλία, να ξεφύγει από το στίγμα. Ως ένα χρέος στον αγαπημένο θείο Βανγκέλ που δεν τον χόρτασε. Για τη Βέρα της Ρωσίας που η επιθυμία της να γνωρίσει τον τόπο του πατέρα της δεν πήρε ποτέ βίζα. Στα αυτιά του έχει ακόμη τα λόγια του πατέρα του όταν ζητούσε επίμονα να σπουδάσει, να πάει στο Γυμνάσιο. «Εμάς δεν μας βάζουνε πουθενά, γιε μου» ήταν το σχόλιο, η ενοχή για την αδυναμία του βάραινε το κεφάλι που έφτασε στη βάση του λαιμού.
Παραλλάσσοντας τα λόγια του συγγραφέα τής «Εκ Βαθέων» εξομολόγησης, θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι όποιος δεν έχει ζήσει στα σύνορα των Βαλκανίων, δεν μπορεί να νιώσει τι σημαίνει αυτό. Να κουβαλάνε οι άνθρωποι το «αμάρτημα» της μητρός τους, τα ντόπικα. Οσο κι αν έχουν εκστασιαστεί με τον Μπρέγκοβιτς ή με το «Εδώ είναι Βαλκάνια» του Σαββόπουλου.
Ο Γερμανίδης ευτύχησε να σπουδάσει, να γίνει βουλευτής στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Να γίνει ένας πνευματικός άνθρωπος που η ιθαγένειά του είναι ο κόσμος όλος, όπου κι αν σταυρώνεται. Διάλεξε να μείνει στη Φλώρινα, ακούγοντας το κελάρυσμα του Σακουλέβα. Τρώγοντας πιπεριές Φλωρίνης και ν’ αποδίδει την πίκρα και το αδιόρατο δάκρυ στην κάψα της πιπεριάς.
«Ομορφα χρόνια, παρά τις σκιές και τους φόβους». Γράφει. Με τους φόβους μεγάλωσε, κι αυτός κι όσοι έζησαν στα υποφωτισμένα και «μιαρά» σύνορα. Οι ιστορίες του είναι μια εξομολόγηση της αμαρτίας του. Ως πότε οι Τέντζελς αυτού του κόσμου θα εμπορεύονται τη διαφορά; Ως πότε θα αποκηρύσσεται το μητρικό γάλα;
