Με σαφή διάθεση να αποφορτίσει τη συζήτηση που έχει ανοίξει μετά τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ για το ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, η Αθήνα εκπέμπει μήνυμα ψυχραιμίας.
Ανώτατες διπλωματικές πηγές επιμένουν ότι «δεν υπάρχει κάποιο απτό αποτέλεσμα για την Αγκυρα καθώς δεν υφίσταται καμία ειλημμένη απόφαση από την αμερικανική πλευρά», ενώ υπενθυμίζουν ότι μεσολαβεί μια μακρά και σύνθετη διαδικασία, η οποία περνά τόσο από το Κογκρέσο όσο και από συγκεκριμένες προϋποθέσεις που συνδέονται με τα ρωσικά αντιαεροπορικά συστήματα S-400.
Οπως τονίζουν, ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε δημοσίως πως δεν έχει ακόμη αποφασίσει, ενώ σημειώνουν ότι για να επιτρέψει το Κογκρέσο την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, θα πρέπει να υπάρξει τεκμηριωμένη εισήγηση των υπουργών Εξωτερικών και Αμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών η οποία θα αποδεικνύει ότι η Τουρκία έχει απολέσει την κυριότητα του ρωσικού συστήματος.
Την ίδια στιγμή, κυβερνητικές και διπλωματικές πηγές επιχειρούν να απομακρύνουν την εικόνα μιας άμεσης ανατροπής των ισορροπιών στο Αιγαίο. Οπως σημειώνουν, ακόμη και στην περίπτωση που κάποια στιγμή ληφθεί πολιτική απόφαση υπέρ της Τουρκίας, θα απαιτηθεί μια μακρά διαδικασία για να αποκτήσει η Αγκυρα τα αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη. Αντίθετα, η Ελλάδα βρίσκεται ήδη σε πιο προχωρημένο στάδιο του δικού της προγράμματος, καθώς από το επόμενο έτος ξεκινά η εκπαίδευση των πρώτων χειριστών, ενώ οι πρώτες παραδόσεις ελληνικών F-35 αναμένονται το 2029. «Η ουσία είναι ότι πριν από το 2019 η Ελλάδα βρισκόταν εκτός F-35 ενώ τώρα έχει ήδη συμφωνήσει την αγορά 20 υπερσύγχρονων μαχητικών, ενώ υπάρχει προαίρεση για άλλα 20 F-35. Η Τουρκία, η οποία πριν από το 2019 βρισκόταν στο πρόγραμμα παραγωγής των F-35, τώρα είναι εκτός λόγω των S-400», αναφέρουν χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, επιχειρούν να βάλουν τέλος και στη συζήτηση περί ελληνικού βέτο. Οπως επισημαίνουν, η Ελλάδα δεν μπορεί να επιβάλει σε άλλη χώρα ποια θα είναι η πολιτική προμηθειών της, ούτε διαθέτει δυνατότητα να μπλοκάρει μια αμερικανική απόφαση για τα F-35. Εκείνο που μπορεί να κάνει, τονίζουν, είναι να εξηγεί με συνέπεια τις ελληνικές θέσεις προς την αμερικανική κυβέρνηση, το Κογκρέσο και τους συμμάχους, υπογραμμίζοντας ότι προηγμένα οπλικά συστήματα δεν μπορεί να χρησιμοποιούνται σε βάρος χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ.
Οι δηλώσεις Δένδια
Μάλιστα οι ίδιες πηγές αφήνουν να εννοηθεί ότι υπάρχουν τρόποι και ασφαλιστικές δικλίδες που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τον συγκεκριμένο προβληματισμό, χωρίς όμως να αποκαλύπτουν πώς θα μπορούσαν να αποτυπωθούν σε ενδεχόμενη συμφωνία απόκτησης των F-35 από την Τουρκία.
«Η Ελλάδα δεν θα χαρεί αν η Τουρκία πάρει τα F-35 ή αν η Τουρκία πάρει τους κινητήρες για τα αεροσκάφη νέας γενιάς», δήλωσε ο υπουργός Εθνικής Αμυνας, Νίκος Δένδιας, μιλώντας χθες στο 30ό ετήσιο συνέδριο του Economist. Ωστόσο, όπως ανέφερε ο κ. Δένδιας «δεν θα κρίνουμε εμείς τι κάνουν οι ΗΠΑ και σε ποιους πωλούν εξοπλισμό, όμως μπορούμε να κάνουμε ένα ερώτημα: Είναι προς όφελος των Ηνωμένων Πολιτειών να δώσεις μια πλατφόρμα στην Ανατολική Μεσόγειο χωρίς τον περιορισμό ότι αυτή η πλατφόρμα δεν θα χρησιμοποιηθεί εις βάρος άλλου κράτους-μέλους της Συμμαχίας;»
Βέτο στο SAFE
Η Αθήνα δεν μπορεί να εμποδίσει την πιθανή επανένταξη της Τουρκίας στα F-35, δεν ισχύει όμως το ίδιο για την προοπτική της Αγκυρας να συμμετάσχει στον Μηχανισμό Δράσεων για την Ασφάλεια της Ευρώπης (SAFE).
«Οσο υπάρχει το casus belli, δεν εκκινεί καμία συζήτηση για συμμετοχή της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή άμυνα», αναφέρουν χαρακτηριστικά ανώτατες πηγές του υπουργείου Εξωτερικών.
Οι ελληνοτουρκικές διαφορές
Σε ό,τι αφορά τη δήλωση-πρόσκληση του Ερντογάν για επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών στο Αιγαίο, οι ίδιες πηγές δηλώνουν υπέρ του διαλόγου, η ελληνική πλευρά συνεχίζει τις διπλωματικές κινήσεις σε όλα τα επίπεδα, ωστόσο δεν διαπιστώνεται προς το παρόν η απαραίτητη σύγκλιση για την επανέναρξη ουσιαστικών συνομιλιών σχετικά με την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, η οποία για την Αθήνα αποτελεί τη μία και μόνη διαφορά. Αντιθέτως η Αγκυρα εξακολουθεί να θεωρεί ότι υπάρχουν αλληλένδετα ζητήματα στο Αιγαίο, οπότε διαφωνούν ακόμη και ως προς το αντικείμενο της διαπραγμάτευσης.
