Η Αθήνα και πάλι… Η πόλη, το σώμα της, το σώμα μας. Καθώς την περπατάμε, τη μισούμε, την αγαπάμε. Καθώς τη φανταζόμαστε, την επιθυμούμε, την ξεχνάμε. Σωρός τα τραύματά της σε κάθε βήμα μας. Η καταστροφή της ξεκινά από τους λίγους και γίνεται ανεπαισθήτως έργο πολλών. Που τη βλέπουν να εγκαταλείπεται, να περιφρονείται, να θυσιάζεται στο κιτς και στο κέρδος κι έτσι ρίχνουν κι αυτοί τον λίθο τους. Με τα σκουπίδια που χαίνουν στους άπλυτους κάδους. Τα ζώα που δεν τα μαθαίνουν τα στοιχειώδη. Ενώ οι ίδιοι τη χρησιμοποιούν σαν χωματερή για να βρομίσουν ό,τι απομένει από την εγκατάλειψή της από την κυβέρνηση, τον δήμο, την περιφέρεια. Που αρκούνται σε κάθε νέα εκλογή να παίζουν ζάρια στο πολύπαθο κέντρο της. Με τη λεωφόρο Ολγας πρόσφατο παράδειγμα. Αν και τα ετοιμόρροπα και αμήχανα δέντρα της πόλης μας επιμένουν να γεμίζουν μυρωδιές τα λιγοστά παρτέρια της, αλίμονο αν περάσει ποτέ το υπεύθυνο για το κλάδεμά τους συνεργείο. Τα συνθλίβει με την άγνοια και την αδιαφορία του.
Πώς να υπάρξουν πολίτες δίχως πόλη; Αλλά και πώς να υπάρξει πόλη χωρίς πολίτες; Πώς να υπάρξει «δημόσιος χώρος» όταν η πόλη μετά την πολυδάπανη αναμόρφωσή της για τους Ολυμπιακούς πάσχει ήδη και λόγω των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν αλλάζοντας βάναυσα τα καλύτερά της στοιχεία, όπως π.χ. τα μαρμάρινα ρείθρα σε γειτονιές της όπως στου Ψυρρή, και τις λευκόγκριζες πλάκες των πεζοδρομίων της, σημείο αναφοράς και ανάτασης αφού η σιγουριά ότι δεν θα σου παγιδέψουν το πόδι σε έκανε να περπατάς με το κεφάλι ψηλά. Η πόλη μας πάσχει στις υποδομές της, στα πεζοδρόμια και τους δρόμους της, στην καθαριότητά της.
Φωτογραφίες από τα σχέδια για το «ολιστικό» μέλλον του Ηρωδείου που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα επαναφέρουν ακόμα ένα ζήτημα: Τι κάνουμε με τα μνημεία της πόλης, παλαιά και νεότερα; Είναι πρόσφατη η απόφαση του ΥΠΠΟ να υλοποιηθεί το γερμανοελληνικό σχέδιο που θα εγκιβωτίσει τη μοναδική πρόσοψη του Αρχαιολογικού Μουσείου στην εκτός τόπου κοινοτοπία του, στερώντας ακόμα μία αστική ανάσα στη χρεοκοπημένη οικιστικά πόλη μας. Και τώρα παίρνει σειρά το Ηρώδειο. Με σεβασμό για τους επιστήμονες που κόπιασαν για ένα σχέδιο «πολλαπλών αναγκαιοτήτων» παρατηρώ ότι αν αυτή που παρουσιάζεται είναι η τελική εικόνα του, υπάρχει μια τάση «σιδερώματος» του μνημείου, εξάλειψης των τραυμάτων και της ασυμμετρίας του – έστω και με τη χρήση υλικών που μοιάζει να διαφοροποιούνται οπτικά. Η μνήμη της ανακατασκευής της Κνωσού, την οποία «σιδέρωσε» ο Εβανς κλέβοντας τα πρωτοτόκια από τον Μίνωα Καλοκαιρινό, τον άνθρωπο που διαβάζοντας Ομηρο είχε εντοπίσει τα ανάκτορα, έρχεται στον νου. Μια τέτοια ανακατασκευή του παρελθόντος οδηγεί μάλλον σε μια καθήλωση που δεν βοηθά ούτε το παρελθόν ούτε το μέλλον.
