Ο Μάρτιος είναι ανάποδος μήνας. Του συγχωράμε τα κουσούρια γιατί φέρνει την άνοιξη. Που συνοδεύεται από τρία γεγονότα. Στις οκτώ είναι η γιορτή της γυναίκας, η εικοστή πρώτη είναι αφιερωμένη στην ποίηση και λίγο μετά γιορτάζεται η επέτειος της Επανάστασης του 1821 που οδήγησε στη δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.
Και οι τρεις επέτειοι έχουν μια εσωτερική αλληλουχία. Η κλωστή που τις συνδέει είναι η επανάσταση ως εσωτερική και εξωτερική απελευθέρωση. Γιατί η απεξάρτηση από δεσμά προϋποθέτει την εσωτερική ωρίμανση και συνειδητοποίηση – αυτό δεν μπορεί να γίνει μόνο από εξωγενείς παράγοντες. Η γυναίκα χρειάστηκε να παλέψει για να κατακτήσει τη δική της αυτονομία. Η Επανάσταση του 1821 αποτέλεσε μια θρυαλλίδα στην αντίληψη για το ανέφικτο. Τίποτε δεν μπορεί να γίνει χωρίς σύγκρουση, δίχως διάθεση για θυσίες.
Οσοι υποτιμούσαν τα οράματα μου θυμίζουν τον Πρησκολογά, ένα δημιούργημα του Μανούσου, με τον οποίο συζητά ο Κερκυραίος Αντώνιος Μανούσος που εξέδωσε την πρώτη, μετά τον Φοριέλ, συλλογή δημοτικών τραγουδιών. Τον αποκαλεί «τετραγραμματικαλαμαράτον» λόγιο, προσκολλημένο στα κλέη του παρελθόντος, ο οποίος απαξιώνει τα δημοτικά τραγούδια και τη γλώσσα τους, που αποκαλεί «σχεδόν νεκρωμένην ύλην».
Για πολύ καιρό ήταν «νεκρωμένη ύλη» και ο ρόλος της γυναίκας στον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία. Οι μορφές που κυριαρχούν στο πάνθεον των αγώνων είναι άντρες μουστακαλήδες και φουστανελοφόροι, κρατώντας στο χέρι χαντζάρια και ντουφέκια. Σ’ αυτό το λεύκωμα ίσα που χωράνε η Μπουμπουλίνα και η Μαυρογένους.
Το δημοτικό τραγούδι διασώζει δύο μορφές γυναικών που αγωνίστηκαν. Η μία είναι η νεαρή Λένω Μπότσαρη. Με τη φάρα των Μποτσαραίων η δεκαπεντάχρονη Σουλιώτισσα εγκλωβίστηκε στη μονή του Σέλτσου, στο φρύδι του Ασπροπόταμου/Αχελώου, στην πλευρά της Αρτας. Τότε, διάλεξε τη θυσία πέφτοντας στο ποτάμι (1804), μια πράξη που ποιεί το ήθος της γυναικείας παρουσίας στον αγώνα για την ανεξαρτησία της φάρας. «Εγώ είμαι η Λένω Μπότσαρη, η αδερφή του Γιάννη/ και ζωντανή δεν πιάνουμαι εις των Τουρκών τα χέρια».
Η δεύτερη γυναίκα του αγώνα που τραγούδησε το δημοτικό τραγούδι ήταν η Θρακιώτισσα Δόμνα Βισβίζη. «Πουλάκι πόθεν έρχεσαι, πουλάκι γι’ αποκρίσου/ μην είδες και μην άκουσες για την κυρά Δομνίτσα; /την όμορφη, τη δυνατή, την αρχικαπετάνα, /πούχει καράβι ατίμητο και πρώτο μέσ’ στα πρώτα». Μια Δέσποινα που θυσίασε ό,τι είχε και δεν είχε στον αγώνα. Το καράβι της έγινε μπουρλότο, ανατίναξε τα οθωμανικά πλοία. Κι αυτή στέκει στητή στον χρόνο της Ιστορίας, περήφανη, ένα ποίημα για την αξιοπρέπεια. Για την προσφορά που δεν γίνεται αίτημα για αντάλλαγμα.
Πολλοί τιμήθηκαν -και δικαίως- για την προσφορά. Η Λένω και η Δόμνα υπάκουσαν στον νόμο της εσωτερικής τους ποιητικότητας. Προτείνουν μια άλλη πράξη ζωής.
