Τα τελευταία χρόνια η δημόσια ζωή θυμίζει ακίνητα νερά. Οσο και αν ο αέρας κάνει ρυτίδες στην επιφάνεια, δίνοντας την εντύπωση πως κάτι αλλάζει. Οσο κι αν βουτάνε καινούργια βατράχια στη μεγάλη λίμνη, εγκαταλείποντας τη δική τους. Προσδοκώντας πως η τροφή θα είναι περισσότερη.
Ολα θρυμματίστηκαν. Τα κόμματα έγιναν κομματίδια. Οι άνθρωποι ξέχασαν τον διπλανό. Οι άμετρες προσωπικές φιλοδοξίες το μέτρο των επιλογών. Η καλοπέραση, με κάθε τρόπο. Ζούμε σε εποχή που η νομιμοφάνεια πήρε τη θέση του νόμιμου και του προσανατολισμένου στην υπηρεσία όλων των ανθρώπων. Στην υγεία, στην εργασία, στην εκπαίδευση, στην προοπτική μιας καλύτερης ζωής.
Ξέρω. Κάποιοι θα αποφανθούν: Τρε μπανάλ σχόλια. Η ζωή προχωράει. Οποιοι δεν αντέχουν μένουν πίσω. Διαλέγουν μικρές πίστες. Επικρατεί η βούληση του ισχυρού, του βουβαλιού που προκαλεί, τελικά, ασφυξία στα βατράχια.
Αυτή η τάση κονιορτοποίησε τις ανθρώπινες σχέσεις. Απογοήτευση. Η μοναχικότητα έγινε τρόπος ζωής. Αυτό το αίσθημα διογκώθηκε στα κόμματα της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς. Πολλοί ηγέτες, το μεγάλο καλάθι των προσδοκιών μοιάζει μισοάδειο. Και κοντά σ’ αυτά εξαπολύεται μια συντονισμένη προσπάθεια για απαξίωση των ανθρωπιστικών αξιών. Απομειώνονται το ήθος και η πίστη στην αλληλεγγύη, σε έναν κόσμο που δεν θα θυμίζει αρένα.
Και ξαφνικά… Γέμισαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με φωτογραφίες. Των εκτελεσμένων διακοσίων κομμουνιστών και άλλων δημοκρατών. Που στρατεύθηκαν στον αγώνα κατά του ναζισμού. Και το πλήρωσαν με τη ζωή τους, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, την Πρωτομαγιά του 1944.
Και ξαφνικά… Φύσηξε τραμουντάνα. Η αυτοπεποίθηση ενός κόσμου απογοητευμένου από όσα συνέβαιναν ενισχύεται. Ο θαυμασμός για τη στάση των εκτελεσμένων μπροστά στο ναζιστικό ντουφέκι προκαλεί περηφάνια για τους πολιτικούς προγόνους. Για όσους έταξαν στη ζωή τους να έχουν ως σημαία στις επιλογές τους την αγάπη στον τόπο, στην ελευθερία, στις κοινωνικές αξίες που κάνουν καλύτερη τη ζωή.
Διαβάζοντας τις δημοσιεύσεις και κοιτάζοντας με προσοχή τα όρθια κορμιά των εκτελεσμένων, μου δημιουργήθηκε η εντύπωση πως η συζήτηση δεν αφορά το 1944. Σχετίζεται με την τρίτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα. Οι απόγονοι των εκτελεσμένων αλλά και όσων αγωνιστών γράπωσαν τις φωτογραφίες ως λυτρωτική σανίδα. Για την ανάταξη του θαυμασμού και της πίστης σε μια ανθρώπινη κοινωνία.
Η Αριστερά -και η Κεντροαριστερά- είχε γίνει χυλός. Φαινόταν ανυπόληπτη, ανίσχυρη, και οι ιδέες της ενοχοποιήθηκαν ως ξεπερασμένες. Και αν σ’ αυτό προστεθούν και η μωροφιλοδοξία και η επιμονή στην καθαρότητα ως αξιολογικό κριτήριο για την πολιτική δράση, οι πολίτες ένιωθαν παραζαλισμένοι. Μπήκαν αυτοβούλως στο περιθώριο, μην αντέχοντας την ανθρωποφαγική διάθεση.
Οι εκτελεσμένοι πέθαναν για το μέλλον. Η θυσία τους υπενθυμίζει την ανάγκη για έναν άλλον τρόπο ζωής. Οι φωτογραφίες δεν μιλάνε για το παρόν. Δείχνουν το μέλλον.
