Με αφορμή την ισπανική αριστουργηματική ταινία του 2024 «Ρίτα», που άρχισε να παίζεται αυτές τις ημέρες στους θερινούς κινηματογράφους, μερικές σκέψεις για τη δύναμη της έβδομης τέχνης και τη δημιουργική αξιοποίησή της δεν είναι ποτέ περιττές.
Ο σύγχρονος κινηματογράφος μας έχει χαρίσει συγκλονιστικές ιστορίες για τη βία κατά των γυναικών. Από την ωμή, ρεαλιστική ματιά του Te doy mis ojos («Μέσα από τα μάτια σου») μέχρι την κομψή, ασπρόμαυρη αφήγηση του C’è ancora domani («Πάντα υπάρχει το αύριο»), μέχρι τις αλληγορικές κορυφώσεις στο Where the Crawdads Sing («Εκεί που τραγουδούν οι καραβίδες»), η μεγάλη οθόνη άνοιξε διάπλατα έναν διάλογο που για δεκαετίες σιγόβραζε στα περιθώρια. Η ανάδειξη του ζητήματος της έμφυλης βίας και των δικαιωμάτων της γυναίκας δεν είναι απλώς μια θεματική επιλογή· είναι πράξη πολιτισμικής ευθύνης. Αφορά τον μισό πληθυσμό του πλανήτη και τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες μας σέβονται και προστατεύουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Οι ταινίες αυτές, συμπληρώνοντας πολλές δυναμικές φωνές, έκαναν ορατό το αόρατο, έδωσαν φωνή εκεί που υπήρχε σιωπή, συνέδεσαν την τέχνη με κινήματα που άλλαξαν νοοτροπίες και νομοθεσίες.
Μέσα από αυτή τη μεγάλη πορεία του κινηματογράφου, όμως, γεννιέται αυθόρμητα μια επιπλέον προσδοκία και ευχή: να βλέπουμε πιο συχνά την ίδια δημιουργική δύναμη στραμμένη και σε άλλες μορφές βίας, αδικίας και εξαθλίωσης που μαστίζουν τον κόσμο. Στον παγκόσμιο Νότο εκατομμύρια άνθρωποι στερούνται καθαρό νερό, τροφή και στοιχειώδη υγειονομική περίθαλψη. Μετανάστες ρισκάρουν τη ζωή τους για μια αβέβαιη ελπίδα. Εθνοτικές και θρησκευτικές μειονότητες διώκονται. Ηλικιωμένοι βιώνουν σιωπηλή κακοποίηση. Εργαζόμενοι παγιδεύονται σε σύγχρονα σκλαβοπάζαρα. Και αυτή η ευχή δεν αρκεί να παραμείνει ευχή· πρέπει να γίνει απαίτηση του πολιτισμού μας: αυτές οι ιστορίες να φτάνουν πιο συχνά στη μεγάλη οθόνη, να μην παραμένουν υποσημειώσεις ή εξωτικές παρεκβάσεις από τις κυρίαρχες αφηγήσεις.
Η εμπορική και καλλιτεχνική αγορά, σε συνδυασμό με χρηματοδοτήσεις από διεθνή προγράμματα και ΜΚΟ, συχνά επιβραβεύει έργα που ευθυγραμμίζονται με ένα συγκεκριμένο ηθικο-κοινωνικό πλαίσιο, αφήνοντας λιγότερο χώρο για άλλες, εξίσου κρίσιμες, οπτικές γωνίες αδικίας. Χωρίς να τίθεται οποιαδήποτε υπόνοια σκέψης να μειωθεί η προβολή τής –ακόμα συνεχιζόμενης δίπλα μας– καταπίεσης των γυναικών, αφού κάτι τέτοιο θα ήταν πολιτισμικά και ηθικά αδιανόητο, το ζητούμενο είναι να προστεθούν σε αυτόν τον αγώνα κι άλλες μάχες, που αφορούν τον υπόλοιπο κόσμο και συνδέονται με την ίδια αξία: την προστασία και τον σεβασμό της ανθρώπινης ζωής.
Είναι ανάγκη να δοθεί χώρος και σε άλλες μορφές ανθρώπινου πόνου που δεν είναι λιγότερο σπαρακτικές. Να μάθουμε να χωράμε περισσότερα βλέμματα στο ίδιο κάδρο. Επειδή κάθε άνθρωπος έχει θέση στην εικόνα που φτιάχνουμε για τον κόσμο, οφείλουμε να αφήσουμε την εικόνα του κόσμου μας να περιλαμβάνει όλα τα πρόσωπα. Οφείλουμε ακόμα και ως ακροατές να υπενθυμίζουμε ότι ο κόσμος είναι πολυσύνθετος και πως η αλήθεια δεν κατοικεί σε λίγες μόνο θεματολογίες, όσο δυνατές κι αν είναι. Ετσι μόνο θα συνεχίσουμε να ελπίζουμε ότι η τέχνη θα αξιοποιεί τη δύναμή της για να ζωγραφίζει τον κόσμο ως ενιαίο τοπίο, όπου καμία φωνή και καμία πληγή δεν αφήνονται έξω από το φως.
*Δρας Φιλοσοφίας – διδακτικό προσωπικό ΕΜΠ
