«Περπατώντας αργά στην προκυμαία…». Κάθε που μπαίνει ο Ιούλιος σιγοψιθυρίζω το ποίημα του Καρυωτάκη. Πρόκειται για μια συνομιλία με έναν ποιητή, με έναν διανοούμενο, με έναν ασυμβίβαστο άνθρωπο που διάλεξε να γίνει συντοπίτης μου. Πρεβεζάνος. Αναφέρομαι στον Κώστα Καρυωτάκη.
Το ίδιο έκανα και πριν από δυο-τρία χρόνια. «Παππού, πού είναι η θάλασσα;» Η φωνή της εγγονής με επανέφερε στα γήινα. Αλήθεια, πού ήταν η θάλασσα; Σιδερόφραχτη, με χειρολαβή από τα κατάρτια των καραβιών που επιχειρούν να σαγηνεύσουν τους τουρίστες.
Αλήθεια, θα επέτρεπαν τα κατάρτια στον Καρυωτάκη να δει την «υψωμένη σημαία» που έδινε σήμα για τον ερχομό του σημαντικού παράγοντα της εποχής, του κυρίου Νομάρχη;
Κι επειδή το ερώτημα πλανιόταν στον αέρα της προκυμαίας, φέτος αποφάσισα να την αποφύγω. Προτίμησα να βηματίσω ώς το Σαϊτάν παζάρ, να ακολουθήσω τα χνάρια της καθημερινής του διαδρομής, από την παλιά Νομαρχία, κοντά στην πλατεία του Ανδρούτσου, ώς το σπίτι όπου έζησε την εξορία του στις άγονες γραμμές της δημόσιας διοίκησης. Διότι δεν συνεμορφώθη προς τας υποδείξεις των μανδαρίνων του τόπου.
Εκεί έμαθα το νέο. Πουλιέται ο Καρυωτάκης. Δεν το πήρες είδηση; Με ρώτησε φίλος, θαυμαστής της ποίησής του. Ηταν παρών και στη διοργάνωση του συνεδρίου που διοργάνωσε ο Δήμος Πρέβεζας. Μαζί με το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Η πόλη τα έβαλε με τις ενοχές της. Μάζεψε τον ανθό της νεοελληνικής γραμματείας, που χώρεσε στον ημιώροφο του ξενοδοχείου «Preveza City».
Είχα την τύχη να είμαι στην οργανωτική επιτροπή αυτού του συνεδρίου. Και ουσιαστικά να κάνω την πρώτη μου επιστημονική ανακοίνωση. Πριν από τριάντα εννέα χρόνια, τον Σεπτέμβριο του 1986.
Με χτύπησε στον σταυρό το νέο. Πουλιέται ο Καρυωτάκης. Ηγουν, το σπίτι που έμεινε λιγότερο από έναν μήνα. Που όμως έγινε ο μόνιμος τόπος κατοικίας του. Εχουν ειπωθεί πολλά για τον ποιητή. Το βέβαιο είναι πως κούρνιασε στο Σαϊτανοπάζαρο. Για του λόγου το αληθές ανέβηκα την ανηφόρα παρέα με ένα ζευγάρι που αναζητούσαν το σπίτι του. Εκεί, στο μονόχωρο δωμάτιο κούρνιασε η μνήμη του. Αυτόν αναζητούν οι επισκέπτες. Να κοινωνήσουν των αχράντων μυστηρίων της παρουσίας και της αλήθειας του. Γιατί ιθαγένεια δεν είναι μόνο ο τόπος γέννησης.
Θα ξεσπιτώσετε τον Καρυωτάκη; συνέχισε ο επισκέπτης. Ενιωσα άσχημα. Εχουμε το δικαίωμα να κλείσουμε τα αυτιά στην κραυγή αγωνίας του επισκέπτη; Να κωφεύσουμε στους στίχους του ποιητή που μετεωρίζονται στον ουρανό και στους στενούς δρόμους της πόλης; Εκεί που ενώνεται με τη φροντίδα πολλών συμπολιτών;
Ηρθε η ώρα η Πρέβεζα να στεγάσει μόνιμα τον ποιητή. Να αγοράσει το σπίτι. Να γίνει ένα μουσείο για τον Καρυωτάκη, ένα εργαστήριο για τον Μεσοπόλεμο. Και σ’ αυτό να βοηθήσουν υπουργεία και ιδιώτες.
