ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ευάγγελος Αυδίκος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι αδελφοί Ταβιάνι ήταν ποιητές του κινηματογράφου. Εστηναν αφηγήσεις που διέγειραν συναισθήματα, ακόνιζαν το μυαλό. Η ταινία τους «Σινεμά ο Παράδεισος» μας θυμίζει τον νεαρό Σαλβατόρε που επιστρέφοντας στον τόπο του, διαπιστώνει πως η ιστορία της παιδικής του ηλικίας, o Cinema Paradiso, έκλεισε, κάνοντας τις αναμνήσεις του οδυνηρές.

Οσοι έζησαν την άνθηση των θερινών κινηματογράφων νιώθουν το ίδιο αίσθημα απώλειας με τον Σαλβατόρε. Ο Τίτος Πατρίκιος με λιτότητα αποδίδει την πυκνότητα της λειτουργίας των κινηματογράφων, γενικότερα. «Ευγενικά ακουμπάμε δίπλα δίπλα/ γελάμε ή συγκινιόμαστε/ ο διώκτης κι ο κυνηγημένος/ ο εραστής κι ο σύζυγος./ Για δυο ώρες μοναχά μες στο σκοτάδι/ ήρεμοι, άγνωστοι και φιλικοί» (Στον κινηματογράφο, 1963).

Είναι η έξοδος από τον εαυτό και η περιήγηση στη χώρα της κινηματογραφικής ταινίας. Μπορεί να γίνει αφορμή για εξάλλαξη των ειωθότων, χρησιμοποιώντας τη φράση του Πλάτωνα. Είναι η μαγεία της εικόνας και η αίσθηση της συντροφιάς. Της συμμετοχής σε ένα ομαδικό ταξίδι. Εστω και με τα κρις κρατς πατατακίων και άλλων δαιμονίων.

Αυτή η διάσταση εμφανίζεται πιο έντονα στον θερινό κινηματογράφο. Κυρίως, προστίθεται η χοϊκή που γίνεται μυστηριακή. Η ανυπαρξία σκεπής καθιστά τον ουρανό θόλο και θερμοφόρα για συνάντηση με τη φύση και την αινιγματικότητα της αστρικής γαστέρας.

Κάπως έτσι ένιωσα την Κυριακή το βράδυ. Δύσκολες ημέρες. Που σέρνουν βαρύθυμα τα βήματα για τα όσα συμβαίνουν. Και τότε έρχεται η πρόσκληση για το Σινέ Κοκκινιά. Στην Πρέβεζα. Από τον Χρήστο Αραβαντινό. Είναι εγγόνι προσφυγικής οικογένειας που βρήκε απάγκιο στην Κοκκινιά, σε μια γειτονιά δίπλα στην ντάπια. Στο προσφυγικό σπίτι αναστήθηκε η οικογένεια με τις ιστορίες της Ανατολής.

Δεν ξέρω, όμως, ποια μάγισσα βοήθησε και γλίτωσε το παλιό προσφυγικό, δίχωρο σπίτι. Δίπλα του ακουμπά η πλάτη μιας πολυκατοικίας, που μοιάζει σαν τον δράκο του παραμυθιού, όντας έτοιμη, σαν της δοθεί η ευκαιρία, να το κάνει μια χαψιά.

Ανοίγοντας την πόρτα της περίφραξης μπαίνει στην κατάφυτη αυλή, που γίνεται το μαγικό κλειδί για ταξίδια πρωτόγνωρα. Από τη μια η νεσπουλιά κι από την άλλη η ροδιά. Καρέκλες πλεγμένες με πλαστικό, σαν αυτές που είχαν οι θερινοί κινηματογράφοι, αγορασμένες από το Βραχάτι Κορινθίας. Ο εγγονός, έχοντας το πάθος της Ανατολής, νιώθει ορφανός από μασάλια, σαν αυτά που άκουγε στο σπιτικό του παππού. Η μοναξιά έγινε σκοινί στα χρόνια της πανδημίας. Που τον έπνιγε.

Και τότε απέκτησε φωνή ο τοίχος του σπιτιού. Ο υπολογιστής, ένας προβολέας, λίγες καρέκλες, παπαδίτσες από ψημένο καλαμπόκι, νερά, κόκα κόλες και χαμόγελα. Γέμισε η αυλή λέξεις. Φιλικά βλέμματα.

Ηταν μια μυσταγωγία. Η αυλή μπορεί να κάνει θαύματα. Δεν χρειάζονται πολλά. Είχαμε αφήσει τα σουσούμια του ατομικισμού έξω από την αυλή. Κρατήσαμε την ανάγκη για μαγεία.