Τα ξυλοπόδαρα είναι μια οικεία εικόνα, στο τσίρκο, όπου αναδεικνύεται η ικανότητα του ανθρώπου να έχει μια διαφορετική ισορροπία. Δεν είναι πάντα φτιαγμένα από ξύλο, όμως ήταν το πιο συνηθισμένο υλικό κι έτσι επικράτησε αυτή τη ονομασία. Ο ξυλοποδαριστής τοποθετεί τα πόδια του σε πασσάλους, ύψους περί το ένα μέτρο, σε ειδικές εσοχές- πατήματα, σκαλισμένες στην εσωτερική μεριά κι εκεί τοποθετεί τις πατούσες του.
Το εγχείρημα αυτό έχει μακρά διαδρομή, καταλήγοντας ως παίγνιο σε τσίρκα ή ως μέρος αναβιώσεων σε παιγνιώδεις αναβιώσεις τελετουργικών ή ιστορικών συμπεριφορών. Τέτοια ένταξη στη ζωή των ανθρώπων γίνεται στο Βέλγιο με την αναβίωση ξυλοποδαρομαχίας.
Ομως, η συνήθεια αυτή δεν είναι τωρινή, έρχεται από την κλασική εποχή. Μόνο που διαφοροποιείται η λέξη, η οποία απώλεσε την ετυμολογική διαδρομή, αφήνοντας τη θέση στης στη νεότερη λέξη. Κωλόβαθρα ήταν η λέξη που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Ελληνες. Πρόκειται για σύνθετη λέξη, από το κώλον, το άκρο δηλαδή του ποδιού, και τα βάθρα, την ξύλινη βάση, στην οποία στηρίζονταν τα πόδια. Και εκείνος που χρησιμοποιούσε τα κωλόβαθρα ονομαζόταν κωλοβαδιστής, η συνήθεια δε αυτή έχει αποτυπωθεί σε ερυθρόμορφο αγγείο του 6ου π.χ. αιώνα.
Προφανώς, η αρχή του κωλοβαδίσματος ήταν οι πρακτικές ανάγκες. Σε χώρες της Αφρικής τα χρησιμοποιούσαν ως τρόπο να αποφύγουν τα δαγκώματα από φίδια. Στη νοτιοδυτική Γαλλία οι κτηνοτρόφοι με τον τρόπο αυτό έδιναν λύση στη βάδιση στα ελώδη εδάφη της νοτιοδυτικής Γαλλίας. Τα ονόμαζαν tchangues, μεγάλα ποδάρια.
Οπως κάθε όργανο πρακτικής χρήσης αποκτά και συμβολική ή τελετουργική χρήση. Για παράδειγμα Γάλλος ξυλοποδαριστής κάλυψε, χάριν παιδιάς, την απόσταση ανάμεσα στο Παρίσι και τη Μόσχα σε δυο μήνες. Ενας άλλος λόγος όμως για πρακτική χρήση, ήταν και η ανάγκη των κωλοβαδιστών να αυξήσουν την ορατότητά τους, καθώς και τον έλεγχο ενδεχόμενων κινδύνων.
Αυτή η τελευταία δυνατότητα φαίνεται πως εισήγαγε τα ξυλοπόδαρα στην ανάλυση του σπουδαίου Γάλλου Μαρσέλ Προυστ. «Εβλεπα με δέος τα δικά μου ξυλοπόδαρα», γράφει στο έργο του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» (τόμος 7), «να ορθώνονται τόσο ψηλά για τα δικά μου βήματα». Ουσιαστικά ο Προυστ ανεβαίνει στα κωλόβαθρα, για να έχει εποπτεία του χρόνου. Να ανασυνθέσει την ενότητα του χρόνου. Με άλλα λόγια, να βάλει το παρελθόν στη συζήτησή του.
Νομίζω πως τα λόγια του Προυστ είναι επίκαιρα σήμερα. Ηξερε τη δύναμη του παρελθόντος και αναζητούσε έναν τρόπο να συνομιλήσει με το παρόν και να μιλήσει για το μέλλον. Εμείς, οι σύγχρονοι, είμαστε πιασμένοι στο δόκανο της αιώνιας εξέλιξης. Θεωρούμε πως το κοινωνικό και πολιτισμικό βίωμα είναι η τρέχουσα καθημερινότητα. Μπαζώσαμε τα ποτάμια, μπαζώσαμε και τη μνήμη. Ζούμε σε διαρκή διάσταση από το παρελθόν.
