Στεκόμουν δίπλα στο ποτάμι, Γενάρη καιρό. Στον Μόζα. Κρύος βοριάς κατέβαινε από τον λόφο όπου δεσπόζει το επιβλητικό άγαλμα της Νίκης και τα εβδομήντα τρία σκαλοπάτια που οδηγούν στο επισκοπικό μέγαρο της πόλης Βερντέν, μιας εμβληματικής πόλης. Είναι εκείνα που χρειάστηκαν να ανεβούν αγκομαχώντας και ποτίζοντας τον τόπο με αίμα οι χιλιάδες νεκροί που αλέστηκαν σε μια από τις πιο ανθρωποβόρες μάχες. Στο Βερντέν. Για δέκα ολόκληρους μήνες, το 1916.
Κρύος βοριάς κατέβαινε νύχτα από την Ακρόπολη, τραγουδάει ο Θανάσης Μωραΐτης. Θυμάμαι τον στίχο του Μπουρμπούλη (σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη). Νιώθω το κρύο να περονιάζει και το σώμα και την ψυχή μου. Τα ποταμόπλοια έχουν δέσει στις αποβάθρες. Το νερό ζαρώνει ελαφρά. Περονιάζει ο αέρας που κατεβαίνει από τους γειτονικούς λόφους του Βερντέν.
Το Βερντέν στοιχειώνει την ιστορική μνήμη. Ποιοι ήταν πατέρα οι νικηταί και ποιοι ηττημένοι; Θέτει ο ποιητής το ερώτημα, εξ ονόματος της ανθρωπότητας. Ακόμη κι εκείνων που θεωρούν τον πόλεμο μαμή της Ιστορίας. Στον πόλεμο, παιδί μου, υπάρχουν μόνο σκοτωμένοι, απαντά ο ίδιος ο δημιουργός (Θωμάς Γκόρπας, Το αλβανικό).
Την ίδια απάντηση ψιθυρίζουν οι λόφοι γύρω από το Βερντέν. Τα ποτισμένα με αίμα αμπριά. Η απέραντη νεκρόπολη. Το οστεοφυλάκιο, που δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε νικητές και ηττημένους. Εκεί όλοι μοιράζονται την ίδια μοίρα. Επώνυμοι και ανώνυμοι. Σαν εκείνο τον Γάλλο στρατιώτη που περίμενε την ώρα επιστροφής στην αγαπημένη του. Ή σαν εκείνο τον ανώνυμο που δεν θα μάθουμε ποτέ τη σκέψη και τα συναισθήματά του. Αν γνώριζε τον στίχο του Μπουρμπούλη. Αν τον τραγούδησε, έστω και παραλλαγμένο. Πατρίδα μου/σε παίξανε στα ζάρια βερεσέ.
Φυσάει βοριάς στο Βερντέν. Οι άνθρωποι κλεισμένοι στα σπίτια τους. Οι ειδικοί μιλάνε για την Blue Monday. Για την πιο καταθλιπτική ημέρα. Για την ψυχή τους που μαυρίζει μετά τις γιορτές. Δεν ξέρω τι θα απαντούσαν οι ψυχές των νεκρών στους πολέμους. Αλλά και όσοι περιμένουν τις βόμβες, όπου κι αν βρίσκονται. Κάθε μέρα τους είναι μια Blue Μοnday. Μια τέτοια Δευτέρα είναι όλος ο πόλεμος. Που βυθίζει στην απελπισία όσους περιμένουν τη δική τους σειρά.
Φυσάει ο αγέρας της θλίψης καθώς η σκέψη πεταρίζει παντού όπου γίνονται πόλεμοι. Εκεί που η αναλγησία και το συμφέρον γίνονται κυνισμός που πυροδοτεί τα σύγχρονα όπλα σπέρνοντας οιμωγές και μαυρίλα στην ψυχή. Οι συνθήκες ειρήνης, τα μνημόσυνα, οι επετειακές εκδηλώσεις μοιάζουν με ειρωνεία της Ιστορίας που ετοιμάζεται για τον επόμενο πόλεμο. Οι καταπαύσεις πυρός φαντάζουν σαν ευκαιρία στον θεό του πολέμου να ξεκουραστεί. Να πάρει μια ανάσα ο κυνισμός του.
Φυσάει βοριάς στους λόφους του Βερντέν. Φοράω το χοντρό μου πουλόβερ.
