Τα φυτά στο μπαλκόνι είχαν διψάσει για νερό. Το έβλεπε στα κάπως ταλαιπωρημένα φύλλα τους. Τα λουλούδια τους είχαν πέσει προ πολλού -ο καιρός θύμιζε όλο και περισσότερο φθινόπωρο-, εκτός από τα γεράνια, που σε πείσμα της ανυδρίας και της αλλαγής του καιρού επέμεναν να βγάζουν κόκκινες και μοβ-ροζ ταξιανθίες.
Βγήκε να τα ποτίσει όταν συνειδητοποίησε ότι κόντευε εβδομάδα από την τελευταία φορά. Ντράπηκε, αλλά δεν είχε προλάβει… Τα λυπήθηκε, που παρά την απουσία φροντίδας τόσες μέρες άντεξαν. «Ευτυχώς που έπεσε η ζέστη», σκέφτηκε και θυμήθηκε ότι μετά τις μεγάλες νεροποντές, λίγες μέρες πριν, τα πιατάκια στις γλάστρες κρατούσαν νερό. Τι να σου κάνει ένα μπαλκόνι φάρδος ένα και είκοσι με τόσο αέρα. Το νερό βρήκε και τα ταλαίπωρα λουλούδια της.
Καθώς πότιζε κατάλαβε ότι οι ώμοι της είχαν γείρει και το σώμα της ήταν βαρύ. Πολλά είχαν πέσει τον τελευταίο καιρό, ένιωθε να την τραβούν κάτω. Ισιωσε την πλάτη, σχεδόν μηχανικά, και κοίταξε τον ουρανό. Αργούσε να νυχτώσει ακόμη, ήταν φωτεινός και μικρά, συμμετρικά σύννεφα, αφράτα σαν κρέμα σαντιγί, ήταν απλωμένα σαν κάποιος να τα είχε τοποθετήσει εκεί. Σε ίσες αποστάσεις, σε ίδιο σχήμα, σε σειρές.
Το πρώτο που σκέφτηκε ήταν ότι είχε καιρό να αφήσει τα μάτια της να ξεκουραστούν κοιτώντας μακριά. Ολα τα έβλεπε σε μικρές αποστάσεις φορώντας τα γυαλιά για τον αστιγματισμό. Σαράντα-πενήντα εκατοστά από μια οθόνη, λίγα μέτρα μπροστά μέσα από το παρμπρίζ του αυτοκινήτου, λίγα περισσότερα μέτρα μέσα από το βαγόνι του τρένου στον δρόμο για τη δουλειά. Κι αυτό, αν έβρισκε θέση να καθίσει κοντά στο παράθυρο. Αλλιώς η θέα ήταν η πλάτη, το χέρι, το σακίδιο, τα μαλλιά των συνεπιβατών της, στριμωγμένοι κι αυτοί στον δρόμο για το σπίτι, για το γραφείο, για τα ψώνια.
Ούτε μήνας δεν είχε περάσει από την επιστροφή από το εξοχικό και ήταν σαν μην έφυγε ποτέ. Μόνο μερικές διάσπαρτες μνήμες μιας αχτίδας ήλιου μέσα από ένα αρμυρίκι, της μυρωδιάς της συκιάς και της γλύκας των καρπών της, της τρυφερής νύστας αργά το βράδυ, όταν το σώμα ζητούσε να αναπαυθεί από το κολύμπι και τον ήλιο, την ξεκούραζαν πότε πότε. Και όμως δεν ήταν σίγουρη αν αυτές ήταν οι φετινές, οι περσινές ή οι προπέρσινες αναμνήσεις των διακοπών.
Κάθισε στην υφασμάτινη πολυθρόνα πλατσουρίζοντας τα πόδια στο νερό που βαρέθηκε να σκουπίσει και κοίταζε τον ουρανό. Λευκό και γαλάζιο. Ωραία δροσιά και μυρωδιά από βρεγμένο χώμα. Αν έκλεινε τα μάτια ίσως και να αποκοιμιόταν. Λαχτάρησε τις χρωματιστές πόρτες στις αυλές και τα σπίτια των Κυκλάδων, που τις ανοίγεις, βγαίνεις έξω και όλα είναι φως. Την αγριάδα του τοπίου στην ορεινή Κρήτη. Αλλά και τα παστέλ χρώματα στα παλιά αρχοντικά των Δωδεκανήσων, με τα κεραμίδια τους να λαμποκοπάνε κάτω από τον ήλιο. Μια πανσιόν πάνω στη θάλασσα στη Χάλκη -όταν έρθω ξανά, εκεί θα μείνω, είχε υποσχεθεί στον εαυτό της. Και δεν επέστρεψε ποτέ. Τις γάτες που λιάζονται στα ασβεστωμένα σκαλοπάτια στις Χώρες των νησιών. Ιέρειες και βασίλισσες που δεν ανησυχούν για τίποτα. Για κείνες είναι φτιαγμένος ο κόσμος κι η ζωή.
Της έφυγε ένας μεγάλος αναστεναγμός. Νόμισε ότι τον άκουσαν όλοι. Στον δρόμο, στο απέναντι μπαλκόνι, στο από πάνω διαμέρισμα. Ηταν κάτι βαθύ, πολύ δυνατό. Σαν να έβγαινε από μέσα της αυτό που σκεφτόταν κάθε βράδυ: Ας μπορούσα να κάνω ένα ταξίδι, να πάω κάπου μακριά, για έναν ή ακόμη και δύο μήνες. Στα νησιά και τα χωριά του Νότου, εκεί που το καλοκαίρι αργεί να φύγει. Να είμαι όλη μέρα με ένα μαγιό κι ένα ελαφρύ φουστάνι κι ένα καπέλο ψάθινο. Να τρέφομαι με φρέσκιες σαλάτες, φρούτα και τοπικές νοστιμιές. Κουβέντες μόνο ευχάριστες και ελαφρές. Και να μη με νοιάζει τίποτα -για λίγο, όχι για πάντα.
Ας ήμουν τζίτζικας για λίγο, είπε. Κουράστηκα να είμαι πάντα ένα μυρμήγκι.
