Ετσι φώναζε το μικρό αγόρι καθώς πηδούσε από πέτρα σε πέτρα. Διάλεγε τις πέτρες και κατάφερνε να ισορροπεί σαν ξωτικό, ένας σκανταλιάρης ακόλουθος του Πανός που είχε δραπετεύσει από κάποιο αρχαίο ανάγλυφο ή αγγείο.
Οπου υπήρχε ίσωμα από τσιμέντο το περιφρονούσε. Μήπως γιατί το καινούργιο, σχεδόν φρέσκο τσιμέντο είχε κιόλας αρχίσει να κάνει ραγισματιές που φέρνανε στον νου τις αντίστοιχες από τους τσιμεντωμένους δρόμους που «εκσυγχρονίζουν» εργολαβικά τα λιγοστά πάρκα της Αθήνας;
Ή μήπως γιατί το είχαν συνεπάρει οι πέτρες στον βράχο της Ακρόπολης με τις χρωματιστές ανταύγειές τους που μοιάζει να σε καλούν να νικήσεις τη δυσκολία; Να σου επιτρέπουν την «αταξία» στο μνημείο αυτό της αρμονίας;
Πλησιάζοντας τον Ιερό Βράχο περπατάς στον «δύσκολο» δρόμο του Πικιώνη προς τα Προπύλαια, έργο του δασκάλου που και εδώ, όπως και στα κτίσματα που δημιούργησε στην Επίδαυρο και αλλού, ήξερε να συνθέτει τις εποχές, έτσι που να διακρίνονται και να μη συγκρούονται αλλά να συνομιλούν.
Και καθώς ανηφορίζεις, νιώθεις ότι μετέχεις σε μια άθληση ψυχής, μια μυσταγωγία, βαδίζοντας σε έναν δρόμο που και αυτός θα μπορούσε να ονομάζεται Ιερά Οδός, προς μια τελετουργία διαφορετική αλλά ισάξια με αυτήν της Ελευσίνας.
Κοιτάζοντας τα πραγματικά εντυπωσιακά πλήθη των επισκεπτών του Ιερού Βράχου κάθε φύλου, φυλής, ηλικίας και λαλιάς, αναρωτήθηκα πόσο οι άνθρωποι αυτοί βοηθούνται για να νιώσουν κάτι περισσότερο από την αδηφάγα περιέργεια ενός είδους τουρίστα.
Δεν θα ήθελα να υιοθετήσω έναν κατεδαφιστικό λόγο που σε δύσκολες σαν τις σημερινές ώρες καταντά συχνά πρόσχημα κυνισμού. Σηκώνοντας τα μάτια από το τσιμέντο που με τη μελαγχολική φλυαρία του συρρικνώνει τον χώρο, αντιλαμβάνεσαι με ανακούφιση ότι ο Παρθενώνας και το Ερέχθειο δεν δραπέτευσαν, βρίσκονται πάντοτε στη θέση τους και ότι το «περιτύλιγμά» τους από σκυρόδεμα δεν καταφέρνει να λειτουργήσει εν είδει σελοφάν που περιβάλλει κάποια προϊόντα ζαχαροπλαστείου.
Στέκονται εκεί λάμποντας στον ήλιο με μια τόλμη και μια σοφία που μοιάζει να αδιαφορεί για τις επεμβάσεις. Εχει ειπωθεί -και είναι βεβαίως αλήθεια- ότι η μέχρι τις πρόσφατες επεμβάσεις επιφάνεια του βράχου δεν ήταν αυτή του 5ου προ Χριστού αιώνα.
Πιστεύω ωστόσο ότι καμιά εμβρίθεια δεν θα μπορούσε να μας πείσει με την ακρίβεια θετικής επιστήμης για την αυθεντική εικόνα του χώρου και καμία αναπαλαίωση, διαμόρφωση, αποκατάσταση κ.λπ. δεν θα μπορούσε να την αναστήσει. Και αναλογίζομαι ότι οι τυχαίες και απρογραμμάτιστες αλλαγές μέσα στους αιώνες και τις δεκαετίες είχαν εν τέλει σμιλέψει έναν δρόμο που από πέτρα σε πέτρα οδηγούσε στο προσκύνημα της ομορφιάς. Ισως το μικρό αγόρι που είδα προχτές έψαχνε αυτόν τον δρόμο.
