Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από αρκετά χρόνια, επιστρέφοντας από το ναό του Επικούριου Απόλλωνα στο Κωτίλιο όρος, σταματήσαμε σε ταβέρνα ορεινού χωριού για φαγητό. Μαζί με το εξαιρετικό φαγητό μάς έφεραν κι εμφιαλωμένο νερό. Απέναντί μας, δίπλα σ’ έναν πλάτανο, έτρεχε το γάργαρο νερό μιας πηγής, απ’ το οποίο ζητήσαμε και μας γέμισαν μια κανάτα. Κάθε καλοκαίρι τουρίστες και ντόπιοι φιλονικούν με γκαρσόνια και ιδιόκτητες καταστημάτων εστίασης για το νερό. Οι μεν ζητούν από τους δε τρεχούμενο νερό, αντί εμφιαλωμένο. Τούτα μας φέρνουν στον νου νερό, βρύσες και πηγές απ’ όπου τρέχουν τα νερά για χρόνια και αιώνες, δημοτικά τραγούδια και στιχάκια, δημιουργία βρυσών, θρύλους και παραδόσεις.

Κοιτάζω το νερό που ρέει από τους κρουνούς της βρυσομάνας Πέρα Βρύσης του Σκοπέλου, του πατρογονικού χωριού. Παραμονή της αγίας Μαγδαληνής οι πανηγυριώτες σταματούν να πιουν, κάνοντας τάσι τις χούφτες τους· κάποιοι μόνο βρέχουν τα χέρια τους, δροσίζονται απ’ τη ροή του. Στα παλιά χρόνια το νερό έτρεχε από έξι κρουνούς, γέμιζε τις μικρές γούρνες κι από κει οδηγούνταν σ’ έναν χείμαρρο.

Τέτοια μέρα οι γλεντιστάδες έριχναν στις γούρνες καρπούζια για να κρυώσουν. Πάνω στη φλούδα χάραζαν τ’ όνομά τους. Η ιστορία της πηγής και της βρύσης πάει πίσω, στα μέσα του 19ου αιώνα. «1843 Μαΐου Α΄ Η παρούσα πηγή κατασκευσθείσα διά δαπάνης της εν Σκοπέλου κοινότητος» γράφει η κτητορική επιγραφή. Η παράδοση θέλει να πελεκήθηκαν τα μαρμάρινα μέλη της κρυφά, λόγω Τουρκοκρατίας. Μόλις ετοιμάστηκαν όλα τα κομμάτια συναρμολογήθηκαν μια νύχτα κι έκτοτε η βρυσομάνα συντροφεύει τα δυο τεράστια πλατάνια της Πάνω αγοράς. Τι να έζησαν, τι να είδαν τα κλαριά τους! Πανηγύρια, γλέντια, λύπες, πολιτικές ομιλίες, πολιτιστικές βραδιές, αγάδες, δημογέροντες. Και το νερό να τρέχει, ακόμα και στις χρονιές με λειψυδρία.

Εδώ φωτογραφήθηκε ο Μίλτος Κουντουράς, τέτοιες μέρες τον Ιούλιο του 1927, μόλις επέστρεψε από τη Γερμανία, μετά την ειδική παιδαγωγική μετεκπαίδευση. Ηπιε απ’ τα νάματα της πατρικής γης, άφησε το νερό να πάρει μαζί του τα ντέρτια της ξενιτιάς και τη νοσταλγία του νόστου. Αναζωογονήθηκε, λες και υποψιαζόταν τι τον περίμενε. Την ίδια βρυσομάνα ζωγράφισε ο Παπαλουκάς, ο συγχωριανός μας Στρατής Αξιώτης κι άλλοι νεότεροι ζωγράφοι. Πάμπολλες χιλιάδες άνθρωποι ξεδίψασαν, γέμισαν τις στάμνες, τα λαγήνια και τα μπιτόνια, πότισαν τα ζωντανά τους.

Σε μακαρίζουμε βρυσομάνα του χωριού, για το τρεχούμενο νερό σου. Πόσες κοπέλες άραγε θα τραγούδησαν τους στίχους του λεσβιακού τραγουδιού: «Στείλε με μάνα στο νερό, να σου το φέρω δροσερό / τζι αν δε στο φέρω δροσερό τη νιότη μου να μη χαρώ…». Σίγουρα θα επέστρεψαν με νερό και θα χάρηκαν τη νιότη με τον αγαπημένο τους.

* συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας