Για φέτος ετοίμαζα αφιερώματα στην επέτειο του 1922, τα δικά μου, τα προσωπικά, αυτά που με μεγάλωσαν. Δεν φανταζόμουν ότι θα ξεχνιούνταν εκείνα μπροστά στα τωρινά, στην ανάγκη των Ουκρανών προσφύγων για κομμάτια ζωής κι αξιοπρέπειας δίπλα μας. Θα μου πείτε, τόσα χρόνια δεν είδες άλλους πρόσφυγες; Βεβαίως είδα, και πρόσφυγες και τις ανάγκες τους, αλλά με τη βεβαιότητα πως είναι και πρόσφυγες χρόνου. Ερχονταν από μια εποχή που ακολουθούσε τη δική μας, έτρεχε πίσω της. Πρόσφυγες χρονοκαθυστέρησης.
Υπήρξαμε αφελείς. Τόσο σίγουροι ότι η ζωή με ειρήνη ήταν απείρως καλύτερη από την προηγούμενη, με τους πολέμους, κι ότι αφού ήμασταν τόσο τυχεροί να έχουμε γεννηθεί στην Ευρώπη, έχοντας περάσει οι δικοί μας τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, δεν είχαμε παρά να περιμένουμε να δούμε αυτή τη συνείδηση, αυτή τη γνώση, να περνά και στους υπόλοιπους που ακόμα έκαναν το λάθος να πολεμούν μεταξύ τους, αντί να υπογράφουν συνθήκες. Αργούσε βέβαια λίγο, αλλά η βεβαιότητά μας δεν χανόταν, και περιλάμβανε τη Ρωσία που κι αυτή είχε πολεμήσει, είχε νικήσει, είχε συμβάλει τα μέγιστα στη νίκη.
Ως έναν βαθμό βέβαια η Ρωσία παραμένει στη συνθήκη ειρήνης. Συνεχίζει αυτό που έκαναν οι δύο υπερδυνάμεις και την εποχή του ψυχρού πολέμου, πολέμους περιφερειακούς όπως τους λέγαμε. Αλλά στην Ουκρανία επιτέθηκε αυτοπροσώπως, δεν υποστήριξε κάποιους εμπολέμους, δεν έμεινε σ’ αυτό. Θα μου πείτε, δεν ήταν άνθρωποι όσοι σκοτώνονταν στο Βιετνάμ και στη Γεωργία; Ναι, ίσως να ήμασταν κάπως ρατσιστές τότε που καμαρώναμε για την ειρήνη μας. Ρατσισμό χρόνου θα τον έλεγα. Είχαμε τη μεγάλη κληρονομιά των γονιών μας. Μας είχαν αφήσει αυτό το απέραντο κτήμα, τις καταστροφές που τους οδήγησαν στην απόφαση για ειρήνη, η οποία κάθε χρόνο εδραιωνόταν. Η ισορροπία των εξοπλισμών, σαν ένα Jenga που υψώνεται όλο και πιο εύθραυστο, άντεχε, συνέχιζε, κι η βύθιση στα προβλήματα πολυτελείας τι γλυκιά που ήταν. Ο κόσμος μας πάχυνε, έπειτα από χιλιετίες πείνας. Αντε τώρα να χάσει τις βολές του.
Οι πρόσφυγες από την Ουκρανία δεν είναι σαν τους άλλους, δεν είναι πρόσφυγες χρόνου. Είμαστε στην ίδια εποχή. Τα σπίτια μας είναι γερά, τα παιδιά μας δεν χρειάστηκε να αποχαιρετήσουν τον πατέρα τους και να φύγουν με τη μάνα τους μπουλούκι, αλλά η απειλή περνά στην καθημερινότητά μας σαν δηλητηριασμένος αέρας.
Τι κρίμα, κι είχα τόσες ωραίες ιστορίες για το 1922…
