Το Σάββατο το βράδυ χάλαγε ο Θεός τον Θεό στην αρχαία Σικυώνα. Αμίλητος αλλά ψύχραιμος ο σκηνοθέτης Γιώργος Καρβουντζής. Είχε προγραμματίσει για την Κυριακή παράσταση τον «Ματωμένο Γάμο» του Λόρκα. Την Κυριακή ξημέρωσε με έναν πάμπλουτο ήλιο! Φως παντού, καθαρότητα, μια μαγική μέρα. Και τι παράσταση! Στον εξαιρετικής τοποθεσίας και ομορφιάς αρχαιολογικό χώρο, μπροστά από το Αρχαίο Θέατρο. Δώδεκα το μεσημέρι. Ο ήλιος να καίει. Γαλήνιος και ήσυχος στο βάθος ο Κορινθιακός. Ηρεμα και τα λιόδεντρα και τα πεύκα, που ήσαν ένα υπέροχο φυσικό ντεκόρ.
Τυχεροί όσοι βρεθήκαμε εκεί, στο πλήρωμα της μέρας. Κάπως έτσι θα ήσαν οι παραστάσεις στην αρχαία Αθήνα. Ξεκινούσαν το πρωί και τελείωναν το σούρουπο. Μέσα στο φως, με όλη την ενέργεια των σωμάτων παρούσα, με διάθεση για μάθηση αλλά και για κουτσομπολιά. Χαρά. Ανεμελιά.
Ο σκηνοθέτης τόλμησε και πέτυχε το απόλυτο, την ταύτιση του καιρού με την πολιτική, του φωτός με το θέατρο. Ηταν μια υψηλού επαγγελματικού επιπέδου παράσταση. (Εγινε με γνώμονα την ανάδειξη της Αρχαίας Σικυώνας εξ αφορμής των ανασκαφών που κάνει στο Αρχαίο Θέατρο η ΛΖ’ Εφορεία Αρχαιοτήτων Κορινθίας). Ευχάριστες και ζείδωρες τέτοιες πρωτοβουλίες, που αναστατώνουν την ανία των Κυριακών, που παιδαγωγούν και ψυχαγωγούν, που σπάνε την κρούστα της καθημαγμένης προσωπικότητας.
Ολοι οι ηθοποιοί πειστικοί και πειθαρχημένοι στον ποιητικό-δραματικό λόγο του Λόρκα: ο γαμπρός, η μητέρα του γαμπρού, η νύφη, ο Λεονάρντο, ο Θάνατος και η Σελήνη. Μια Σελήνη απαστράπτουσα, γεμάτη αίματα και ύπαιθρο, μια απαγγελία συγκλονιστική, το ’βλεπες στα πρόσωπα των θεατών. Μια Σελήνη εκδικήτρα, που θέλει να ρεύσει αίμα, συμφωνώντας με τον Θάνατο (μια ζητιάνα που ζητεί τον αφανισμό των υποκειμένων της ζηλοτυπίας).
Ολα τα δεσμά της παραδοσιακής κοινωνίας της ισπανικής υπαίθρου παρουσιάζονται με δύναμη και χαρακτήρα. Δεν θέλεις να τελειώσει η παράσταση. Να βλέπεις τους ηθοποιούς έχοντας δίπλα σου το αρχαίο θέατρο, μπροστά σου ελιές και λεμονιές και μύρτα και πορτοκαλιές και την εκατοντάχρονη αμυγδαλιά (που την πετσόκοψαν οι υπάλληλοι –ποιος ξέρει; Του δήμου, της αρχαιολογικής υπηρεσίας, ή μήπως ιδιώτες ανιστόρητοι;– αδιαφορώντας παγερά για την ηλικία και τη μεγαλοσύνη της)· να απολαμβάνεις το φυσικό σκηνικό με τις κληματαριές, να βλέπεις ταυτόχρονα τα πλοία να διασχίζουν τον Κορινθιακό.
Γνωρίζω τον σκηνοθέτη και τον εκτιμώ αφάνταστα. Καταφέρνει με τις σκηνοθετικές του ιδέες να μεταμορφώνει το λίγο, να του δίνει μορφή και πάθος, να το κάνει μεγάλο· να καθοδηγεί τους ηθοποιούς του με αυστηρή αγάπη (με αγαπησιάρικη πειθαρχία). Τούτη η ηλιόλουστη, θεατρική Κυριακή ήταν μια μυσταγωγία. Θα μπορούσε να ’ναι κι ένα ξέφρενο πανηγύρι εάν οι Σικυώνιοι επιδείκνυαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον, εάν ο δήμος είχε κάποιον πολιτισμό. Ξέρω ότι επί σχεδόν τριάντα έτη ήταν ο υπεύθυνος της θεατρικής ομάδας του δήμου.
Εμαθα πρόσφατα από φίλους ότι η νέα δημοτική αρχή τον εξεδίωξε (!). Ποιος ξέρει ποιον τόσο πιο σημαντικό σκηνοθέτη βρήκε και του υφάρπαξε τα κλειδιά της αίθουσας όπου επί δεκαετίες δίδασκε και σκηνοθετούσε. Προφανώς, τα πολιτιστικά τζιμάνια του δήμου έχουν άλλα στο μυαλό τους, άλλη κουλτούρα, άλλο ήθος, πιο μοντέρνο, πιο μετανεωτερικό. Ποιος ξέρει.
Ρώτησα τον δήμαρχο πώς του φάνηκε η παράσταση. «Λιαστήκαμε για τα καλά σήμερα», μου απάντησε με φυσικότητα. Κάποιοι κίονες στην αρχαία αγορά χαμογέλασαν νομίζω. Τους μιμήθηκα. Αλλά το φως, ο πόθος, ο λόγος είχαν καταλάβει το τοπίο. «Τι χάνει ο κόσμος» μου λέει ένας φίλος, «τι μυσταγωγία ήταν αυτή». Συμφώνησα μαζί του, όπως συμφώνησαν και όλοι που βρέθηκαν μέσα σε τούτη τη φωτεινή Κυριακή του Νοέμβρη. Ισως στην επόμενη εκδήλωση να παρευρεθούν κι άλλοι.
