Μπορεί για σχεδόν έναν μήνα μετά την προβλεπόμενη έναρξη ισχύος των νέων περίπλοκων διαδικασιών υποδοχής και ασύλου του νέου Ευρωπαϊκού Συμφώνου να μην είχαν γίνει καταγραφές αιτήσεων ασύλου και να παρέμενε σε πλήρη εκκρεμότητα η εφαρμογή του, ωστόσο πηγές του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου διαφημίζουν μια άλλη εικόνα προετοιμασίας, σημαντικής προόδου και επιχειρησιακής ετοιμότητας, επικαλούμενες έκθεση αξιολόγησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Πρόκειται για την πρώτη έκθεση αξιολόγησης για την εφαρμογή του Συμφώνου που υιοθέτησε η Επιτροπή στις 16 Ιουλίου και καλύπτει τις πρώτες τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη ισχύος του Συμφώνου στις 12 Ιουνίου. Πράγματι, η έκθεση της Επιτροπής καταφέρνει να παρουσιάσει μια σχεδόν ειδυλλιακή εικόνα, επισημαίνοντας κυρίως νομικές ενέργειες και κινήσεις οργανωτικού επιπέδου ή εκπαιδεύσεις που έγιναν, χωρίς να αναφέρει πότε –πολλές ύστερα από την ημερομηνία έναρξης του Συμφώνου– και κυρίως χωρίς να αναφέρει ότι πολλές παρέμειναν στα χαρτιά ή ότι δεν έγιναν εγκαίρως άλλες αναγκαίες ενέργειες που θα επέτρεπαν την έγκαιρη εφαρμογή του Συμφώνου στην πράξη.
Για παράδειγμα, ενώ πράγματι στις 9 Ιουνίου, μόλις τρεις μέρες πριν από την υποτιθέμενη έναρξη ισχύος, ψηφίστηκαν στη Βουλή οι κανονισμοί και οι οδηγίες που αποτελούν το νέο Ευρωπαϊκό Σύστημα (η Επιτροπή αποφεύγει να επισημάνει τη μη ορθή μεταφορά διατάξεων που έχουν επισημάνει οργανώσεις, όπως το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες), οι εφαρμοστικές αποφάσεις καθυστέρησαν σημαντικά: για παράδειγμα, η απόφαση του διοικητή της Υπηρεσίας Ασύλου για την εφαρμογή της διαδικασίας συνόρων δημοσιεύτηκε έναν μήνα μετά, στις 10 Ιουλίου, ενώ η διαβόητη ΚΥΑ για τη νομική καθοδήγηση, που μετέτρεπε τους δικηγόρους σε κεφαλοκυνηγούς με μπόνους 250 ευρώ, στις 30 Ιουνίου, και σκόνταψε στην άρνηση των δικηγορικών συλλόγων να την εφαρμόσουν.
Η Επιτροπή καταφεύγει σε περίτεχνες διατυπώσεις και ασκήσεις ακριβολογίας, καταφέρνοντας να αποκρύψει τη γενική εικόνα. «Η Ελλάδα εφάρμοσε επιτυχώς τις τεχνικές απαιτήσεις για να συνδέσει τα εθνικά της συστήματα στο κεντρικό σύστημα του Eurodac και έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει τα δεδομένα που χρειάζονται για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της», αναφέρει. Ωστόσο, οι πληροφορίες από το πεδίο που έχει δημοσιοποιήσει η «Εφ.Συν.» επισημαίνουν ότι το ηλεκτρονικό σύστημα αποδείχτηκε ανέτοιμο και οι οδηγίες του υπουργείου παραμένουν αόριστες και ασαφείς. Έτσι, ενώ επιχειρήθηκε να γίνουν καταγραφές αιτημάτων ασύλου, σε πολλές περιπτώσεις δεν προχώρησαν στην πράξη.
«Οι αρχές έχουν εισαγάγει επίσης επιχειρησιακές ρυθμίσεις […] συμπεριλαμβανομένης της πρόσθετης χωρητικότητας της υποδοχής στην Κρήτη», αναφέρει η έκθεση, φράση πίσω από την οποία κρύβονται οι πρόχειρες εγκαταστάσεις χώρων προσωρινής υποδοχής στο πλήρως ακατάλληλο Παλαιό Ψυγείο στο Ηράκλειο, όπως το χαρακτηρίζει πρόσφατη έκθεση της οργάνωσης Yποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο (RSA – Refugees Support Aegean), ή το κτίριο του Παλιού Λιμεναρχείου στο Ρέθυμνο, χωρίς κρεβάτια και ντους, ή το πρώην εκθεσιακό κέντρο της Αγυιάς στα Χανιά.
Η έκθεση επισημαίνει επίσης τον ορισμό της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας ως ανεξάρτητου μηχανισμού επιτήρησης συνόρων, παρ’ όλο που ο Συνήγορος του Πολίτη και φορείς δικαιωμάτων έχουν μετ’ επιτάσεως επισημάνει ότι η ΕΑΔ δεν πληροί τις προϋποθέσεις ανεξαρτησίας και αποτελεσματικότητας γι’ αυτό το έργο.
Προφανώς η Επιτροπή θα έχει τους δικούς της λόγους γι’ αυτή την αξιολόγηση την τόσο ακριβή στις λεπτομέρειες αλλά τελείως παραπλανητική στη γενική εικόνα. Πάντως, οργανώσεις και άνθρωποι από το πεδίο επισημαίνουν ότι στην πράξη παρέλυσε η διαδικασία ασύλου για τις νέες αφίξεις μετά τις 12 Ιουνίου και ότι για τουλάχιστον σχεδόν έναν μήνα δεν γίνονταν καταγραφές, με αποτέλεσμα να παραμένουν σε καθεστώς ντε φάκτο κράτησης οι νεοεισερχόμενοι, να σωρεύονται οι υποθέσεις και να απειλείται η δυνατότητα των υπαλλήλων της Υπηρεσίας Ασύλου να ανταποκριθούν μελλοντικά στον φόρτο εργασίας από την επεξεργασία των εκκρεμοτήτων.
Την ίδια εικόνα μετέφερε με άρθρο της στο dnews.gr η Ζαχαρούλα Τσιριγώτη, τομεάρχης Μεταναστευτικής Πολιτικής της ΕΛΑΣ («Η κυβέρνηση δεν εφαρμόζει το νέο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο», 15 Ιουλίου), επισημαίνοντας ότι η κυβέρνηση «εφαρμόζει μια πολιτική επικοινωνιακής εξαπάτησης, επιχειρώντας να καλύψει με εξαγγελίες και επικοινωνιακά τεχνάσματα την πλήρη αδυναμία της να διαχειριστεί ακόμη και τις βασικές υποχρεώσεις που απορρέουν από το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο». Κάνει λόγο για «διοικητικό χάος, παράλυση των διαδικασιών και ακόμη μεγαλύτερη πίεση στα κέντρα πρώτης υποδοχής». Και υπογραμμίζει: «Γιατί; Διότι ο στόχος δεν είναι η αποτελεσματική διαχείριση του ασύλου. Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση μιας “σκληρής μεταναστευτικής πολιτικής”, την ώρα που η ίδια η κυβερνητική πρακτική αποδεικνύει καθημερινά το ακριβώς αντίθετο».
