Λόγω ανωτέρας βίας δεν πληροφορήθηκα εγκαίρως τον θάνατο του Γιάννη Φαρμάκη· από σύμπτωση και μόνο είδα στην «Εφ.Συν.» (27/4/2021) αποχαιρετιστήριο σημείωμα του φίλου του, καθηγητή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, Μιχάλη Μεϊμάρη. Ηταν σοκ [μικρό, μεγάλο δεν έχει σημασία]. Περίμενα να βρεθούμε κάποια στιγμή στην Πάρο ή στην Αθήνα. Και να που δεν τα καταφέραμε, αν και το προσπαθούσαμε είκοσι ένα χρόνια. Τότε που και γνωριστήκαμε. Κάναμε μαζί Πάσχα το 2000, όταν τον επισκέφτηκα στο Μπρούκλιν, στη Νέα Υόρκη, όπου ζούσε με τη σύντροφό του, συνάδελφο τότε στην «Ελευθεροτυπία», Κωνσταντίνα Γιαννούτσου. Πήγαμε οι τρεις μας στο φημισμένο Πανεπιστήμιο ΜΙΤ της Βοστόνης, στο Τμήμα Γλωσσολογίας, όπου δίδασκε ο γνωστός ανά την υφήλιο Νόαμ Τσόμσκι. [Η συνέντευξη που πήραμε δημοσιεύτηκε σε είκοσι τέσσερις σελίδες!]
Ηταν τότε ο Γιάννης κάτι πάνω από πενήντα χρονώ, διένυε, ούτως ειπείν, την ωριμότητά του. Με φιλοξένησαν για δύο εβδομάδες. Μιλάμε για φιλοξενία, όχι παίξε-γέλασε. Ευφυής άνθρωπος, οξύνους, πολυπράγμων και πολυειδής, αδιάφορος για δόξες και τιμές. Κουβαλούσε το αντιδικτατορικό παρελθόν του αμίλητος, λέξη δεν του έπαιρνες. Οι δύο αυτές εβδομάδες που ζήσαμε μαζί ήσαν αρκετές να αντιληφθείς τη μεγαλοκαρδία κι ευρυχωρία του, το αστείρευτο χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό του. Σπάνιοι, πια, τέτοιοι άνθρωποι.
Διάβασα αργότερα ότι κατηγορήθηκε ως εκείνος ο άνθρωπος που μεσολάβησε ώστε να φτάσει η πρώτη προκήρυξη της «17 Νοέμβρη», μέσω του Σαρτρ, στη «Λιμπερασιόν», όπου ο Γιάννης ήταν στέλεχος στην παραγωγή της εφημερίδας. Υπέγραφε(;) αυτήν την κατηγορία ένας σημερινός διευθυντής πρωινής, ιστορικής εφημερίδας της Δεξιάς -ας έχει. Στο τηλέφωνο που μιλούσαμε μετά απ’ αυτό γελούσε απλώς. «Τυχαία, νομίζεις, ότι παράτησα την Ελλάδα; Πόσο να αντέξεις τη μετριότητα και τη μιζέρια;». Τον άκουγα ήσυχα, εκεί, στο Μπρούκλιν. Μετά, αν θυμάμαι καλά, οδηγούσε ο ίδιος από Νέα Υόρκη στη Βοστόνη, όπου και το ξακουστό πανεπιστήμιο. Σταματούσαμε κατά τη διαδρομή στα πιο απίθανα μέρη, όπου μόνο φορτηγατζήδες έπαιρναν τις ανάσες τους πίνοντας λαϊκές μπίρες [και ό,τι άλλο].
Ενας υπέροχος, σεμνός και προσηνής άνθρωπος, μαθηματικό μυαλό, πολύγλωσσος κι ευρυμαθής, όπως βεβαίως και η συμβία του, η Κωνσταντίνα, η οποία κι αυτή παράτησε τη δημοσιογραφία και είναι πλέον καθηγήτρια Πανεπιστημίου. Απέφευγε να μιλάει για το παρελθόν, όχι όμως και για το μέλλον -αυτό ήταν που τον ενδιέφερε: το μέλλον των παιδιών του και των παιδιών όλου του κόσμου. Εύστροφος· μαθηματικό μυαλό μεν, αισθηματικός δε [και τρυφερός] Πριν από έξι-εφτά χρόνια έφτασε η κόρη μου στη Νέα Υόρκη και ήταν να τη φιλοξενήσει μια φίλη της -έλα όμως που αυτή η φίλη εκείνη την ημέρα αναγκάστηκε να βρεθεί σε άλλη πολιτεία. Ο Γιάννης και η Κωνσταντίνα ήσαν όμως εκεί! «Πες στην κόρη σου να μην πανικοβληθεί -ας μας πάρει μόνο ένα τηλέφωνο». Τη φιλοξένησαν για περίπου δέκα ημέρες. Εχει να λέει η κόρη μου γι’ αυτήν τη φιλοξενία.
Λοιπόν, τέτοιοι άνθρωποι διασώζουν την Ελλάδα, απανταχού. Εκαναν παρέα μόνο με τους «παρίες» της ανθρωπότητας. Σε αυτούς έβρισκαν νόημα [το νόημα] στη ζωή. Ενας ταπεινός της διανόησης και του [αέναου] αγώνα του ανθρώπου σε τούτον τον τρομερό και όμορφο πλανήτη.
