Oποια μέτρα κι αν πάρουν η ψυχική υγεία δεν θωρακίζεται, ίσα ίσα, βάλλεται πανταχόθεν. Είναι και φθινόπωρο. «Τι να σου πω, φθινόπωρο… είσαι ο άγγελος της φθοράς, ο κύριος του θανάτου, ο ίσκιος που, σε μεγάλα βήματα, φανταστικά, χτυπώντας αργά κάποτε στους ώμους τα φτερά του, γράφει προς τους ορίζοντες ερωτηματικά». Είναι βαθιά η λύπη στο σώμα αλλά ο πόνος της ψυχής είναι εκείνος που μας λέει ότι υπάρχουμε ακόμα. «Ολοι μαζί κινούμε, συρφετός…» να αντιμετωπίσουμε την εξαναγκαστική οικουρία στην οποία μας οδήγησαν η αμέλεια και η ανικανότητα των κυβερνώντων [και πολύ λιγότερο η ατομική ευθύνη]. Μέρες περίκλειστες, μέρες βαριές, θα έλεγε ο Καρυωτάκης μαζί με τα προηγούμενα εντός εισαγωγικών.
Βαρύς ίσκιος ο κορονοϊός γράφει προς τους ορίζοντες ερωτηματικά. Αλλά ποιους ορίζοντες; Ούτε αυτούς είμαστε σε θέση να δούμε ώστε να τους ρωτήσουμε «πού πάμε;», «πού θα μας οδηγήσει φιλελεύθερη αμυαλιά;». Εδώ που τα λέμε, δεν υπάρχουν καν ορίζοντες και αλίμονο στους νέους και σε όσους έρχονται -παντού αδιέξοδο. Πολλαπλασιάζονται οι κρίσεις πανικού, χάνεται η ελπίδα για κάτι καλύτερο στις σχέσεις και στην εργασία. Απόγνωση και απελπισία κυριαρχούν στην ατμόσφαιρα -η ζωή ατονεί. Οικονομική ανέχεια, κλειστές επιχειρήσεις, μικρές και οικογενειακές κυρίως. Φουντώνει η ανεργία και σύντομα θα δούμε και πάλι να αυξάνονται οι άστεγοι στους δρόμους της πρωτεύουσας. Δρόμοι, εσωτερικοί, πικρίας και (μη) περισυλλογής, σε μία χώρα ακυβέρνητη, που περπατάει στα τυφλά και μες στη λύπη και στο άγχος. «Είναι τρέλα τάχα ή λάθος;». «Τώρα καθένας, με ωχρό στόμα, σκύβοντας φιλεί τα δεσμά του».
Λοιπόν η κοινότητα οφείλει να αντιδράσει -εάν μας έχουν οι κυβερνώντες αφαιρέσει τους ορίζοντες να βρούμε δικούς μας· είναι σε θέση η κοινότητα ακόμα και να δημιουργήσει τους δικούς της ορίζοντες μέσα στη φυλακή της, αρκεί να ανοίξει λίγο τον νου της και την ψυχή της, να αφήσει να φτερουγίσει στην καρδιά της το αεράκι της δύναμης και της απαντοχής. Η πλήρης ίαση είναι στόχος και σκοπός όποιου μπαίνει σε νοσοκομείο -το ξέρουν αυτό όλοι.
«Πικροί όταν έλθουν χρόνοι… κάνε τον χρόνο σου άρπα και δρόσισε τα χείλη στα χείλη της πληγής σου» και «γίνε σαν αηδόνι, και γίνε σα λουλούδι».
Κόπτεται η κυβέρνηση για το καλό μας τάχα και μας κουνάει το δάχτυλο. Θυμάται κανείς τον ευνούχο του Διογένη, που είχε βάλει επιγραφή έξω από το σπίτι του με τη φράση: «κανένα κακό εδώ να μην μπει» (μηδέν εισίτω κακόν). Και είπε, βλέποντάς το, ο Διογένης: «Και ο κύριος του σπιτιού πώς μπαίνει;» (ο ουν κύριος της οικίας πού εισέλθη;). Αλλά ας μη δοθεί συνέχεια στην κυβέρνηση των πολλών αβελτηριών -σημασία να θωρακιστεί η κοινότητα, να φτιάξει τους δικούς της ορίζοντες· η αλληλεγγύη πάνω απ’ όλα, ασφαλώς.
