Tώρα με τον οίκοι περιορισμό λόγω κορονοϊού-19, στην πλειονότητα των τηλεοπτικών εκπομπών, λόγου είτε θεάματος (χωρίς πλέον ζωντανές αθλητικές μεταδόσεις), αντί να ψυχαγωγούμαστε, να παίρνουμε μια ανάσα, ψυχοπλακωνόμαστε.
Ιδίως στα κινηματογραφικά φιλμ, νομίζεις πως οι καναλάρχες (μηδέ της κρατικής τηλοψίας εξαιρουμένης) έχουνε στοιχηματίσει ποιος θα μας τρομάξει ή θα μας μελαγχολήσει (ενίοτε μετά δακρύων) περισσότερο, ποιος πρώτος, στο μεγάλο ρινγκ της τηλεθέασης, θα μας ρίξει (τους τηλεθεατές) νοκ άουτ!
Βρήκα κι εγώ ευκαιρία, για να αμυνθώ στον… τηλεϊό (ουδέν κακόν αμιγές καλού) να το γυρίσω στο διάβασμα, δίνοντας κάπως περισσότερη έμφαση σε δύο «υποκείμενες νόσους» μου: την αθηναιογραφία και το χρονογράφημα. Ευκαιρία και κει, τα εκατό χρόνια θανάτου του «πατέρα του χρονογραφήματος» (και πρώτου προέδρου της Ενώσεως Συντακτών) Ιωάννη Κονδυλάκη. «Πατέρα του χρονογραφήματος» -δηλαδή γενάρχη- χαρακτήρισε τον Κονδυλάκη έτερος μεγάλος του είδους, ο Παύλος Νιρβάνας.
Ο Νιρβάνας λοιπόν, ενστάσεις ανάλογες με αυτές που διατυπώνω σήμερα για τη μικρή οθόνη, είχε για τη μεγάλη οθόνη, τον κινηματογράφο, αλλά τον ομιλούντα (που τότε μόλις ξεκινούσε και… ελληνο-γαλλοπρεπώς τον έλεγαν… παρλάν!)· ο ίδιος ήταν λάτρης του βωβού. Τους λόγους εκθέτει –εύθυμα και σοβαρά, και ταιριάζουν γάντι στις μέρες μας!– τις μέρες μιας άλλης κρίσης, της μεγάλης οικονομικής του 1929, του «κραχ» (γερμανική κι αυτή η λέξη, πανάθεμά τη!), σε «διάλογο» με οπαδό του ομιλούντος, Εστία, 6 Οκτωβρίου 1929, με τίτλο «Ο εκφυλισμός της οθόνης»!
«“Είσθε υπέρ του βωβού ή υπέρ του ομιλούντος κινηματογράφου;”. “Γιατί σας παρακαλώ ονομάζετε βωβόν τον κινηματογράφο, που είχαμε ώς τώρα, και θα τον νοσταλγήσωμεν γρήγορα -να μου το θυμηθήτε- αν τον χάσωμεν;”. “Διότι απλούστατα, είνε βωβός. Μήπως ομιλούν τα πρόσωπα;”. “Δεν ομιλούν είπατε; Ιδού η μεγάλη πλάνη και η μεγάλη συκοφαντία. Δεν ομιλούν, κύριε, τα πρόσωπα της παντομίμας, που προσπαθούν να συνεννοηθούν με νεύματα και χειρονομίας. Τα πρόσωπα του κινηματογράφου, όχι μόνο ομιλούν, αλλά και ομιλούν με εκλεκτόν τρόπον:
Δεν λένε ποτέ ανοησίες, όπως τα πρόσωπα του φωνηέντος θεάτρου, δεν φλυαρούν ποτέ περί πραγμάτων περιττών, δεν κάνουν πνεύμα υπόπτου ποιότητος, δεν διαπράττουν καλαμπούρια, δεν εκστομίζουν σαχλαμάρες με αξιώσεις φιλοσοφίας. Και όμως, συνεννοούνται μεταξύ των θαυμάσια”. “Μεταξύ των μπορεί, αλλά δεν συνεννοούνται με τον θεατήν”. “Λάθος κάνετε, κύριε. Αν δεν συνεννοούντο με τον θεατήν, ο θεατής θα έπαιρνε το καπελλάκι του και θα επήγαινε περίπατον. Και όμως, είδατε με πόσην προσοχήν παρακολουθεί το δράμα. Προσπαθεί να μη χάση ούτε λέξιν. Και είνε τόσον βέβαιον αυτό, ώστε κανείς θεατής κινηματογράφου δεν ανέχεται να ομιλούν δίπλα του (…)”».
Και καταλήγει (προφητικά!) ο «εχθρός του ομιλούντος κινηματογράφου»: «Αύριον θα αρχίσουν να ομιλούν και οι ήρωες της οθόνης, όπως ομιλούν και οι ήρωες της σκηνής. Και τότε οι κουφοί, που είνε ήδη οι ευτυχέστεροι από τους θεατάς του θεάτρου, θα είνε και οι ευτυχέστεροι των θεατών της εκφυλισμένης οθόνης».
ΥΓ.: Παρλάν, εβδομαδιαίο περιοδικό, κυρίως κινηματογραφικό, εκδόθηκε το 1931, άγνωστο μέχρι πότε (εδώ το εξώφυλλο του τεύχους 33), εκδότης Θ. Μακρής. Η εικονιζόμενη Λιλ Ντάγκοβερ ήταν Γερμανίδα ηθοποιός, αστέρι στην εποχή της. Ευχαριστούμε για το εξώφυλλο (φωτογραφία) τον συλλέκτη, συγγραφέα και φίλο Λάκη Δόλγερα.
